Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

Διδυμότειχο: Εσπερίδα με θέμα «Η συμβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς στη βιωσιμότητα και την ελκυστικότητα του τόπου»


 O Δήμος Διδυμοτείχου και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Έβρου διοργανώνουν εσπερίδα με θέμα «Η συμβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς στη βιωσιμότητα και την ελκυστικότητα του τόπου».

Η εσπερίδα θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2023 και ώρα 19:30 στο Βυζαντινό Μουσείο Διδυμοτείχου (Πλωτινοπόλεως 9).

Στην εσπερίδα θα παρουσιαστούν οι εργασίες που πραγματοποίησαν, αλλά και οι προοπτικές τους, ο Δήμος Διδυμοτείχου και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Έβρου, εντασσόμενες στο έργο “Ardino and Didymoteicho connected through past and future” με το ακρωνύμιο ARDICO (MIS 5052688) που υλοποιήθηκε με επικεφαλής τον Δήμο Ardino της Βουλγαρίας, στο πλαίσιο του Προγράμματος Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας «Ελλάδα - Βουλγαρία 2014-2020».

(Πηγή: Alexandroupoli online)

Στο «φως» νέα στοιχεία για το Βουλευτήριο της Δωδώνης

 


Τι κι αν έχουν περάσει χιλιετίες από την ακμή του αρχαιολογικού χώρου της Δωδώνης, εκείνη δε σταματάει να εκπλήσσει τους αρχαιολόγους και τους επιστήμονες.

Αυτή τη φορά, οι αρχαιολόγοι της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων βρέθηκαν μπροστά σε νέα στοιχεία που προσθέτουν νέα γνώση μέσω των ανασκαφικών ερευνών στο βουλευτήριο της αρχαίας Δωδώνης.

Οι αρχαιολόγοι που ασχολήθηκαν επιμελώς τα δύο τελευταία χρόνια με τις ανασκαφικές και σωστικές εργασίες στο Βουλευτήριο της αρχαίας Δωδώνης, ένα άγνωστο στο ευρύ κοινό κτίσμα, που εν πολλοίς παρέμενε και ανεξερεύνητο.

Με τη χρηματοδότηση της Βουλής των Ελλήνων και την προσωπική παρέμβαση του Προέδρου της κ. Τασούλα τα δύο τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκε μία σειρά ανασκαφικών εργασιών, πρώτα για την προστασία του Βουλευτηρίου και έπειτα για τη συντήρηση, την ανάδειξη και την απόδοσή του στους χιλιάδες επισκέπτες της αρχαίας Δωδώνης. Πριν από λίγες ημέρες ολοκληρώθηκε η δεύτερη ανασκαφική περίοδος στο Βουλευτήριο και η Εφορεία Αρχαιοτήτων με την αναπλ. Προϊσταμένη Βαρ. Παπαδοπούλου και τους υπεύθυνους αρχαιολόγους παραχώρησαν κοινή συνέντευξη Τύπου στην οποία έδωσαν το στίγμα της προσπάθειας αυτής και όσων ήρθαν στην επιφάνεια.

Από τα λιγότερο σημαντικά και αναμενόμενα, όπως αντικείμενα κεραμικής, χάλκινα και ασημένια νομίσματα, μέχρι τα εξόχως σημαντικά και ενδιαφέροντα όπως οι πλίνθινες συστοιχίες κιόνων που δεν συναντώνται αλλού στη Δωδώνη και στην Ήπειρο.

Μία σειρά επίσης ερωτημάτων προέκυψε μέσα από την επιβεβαίωση του τεράστιου μεγέθους του Βουλευτηρίου, ενός οικήματος 1.500 τ.μ που ακόμη και σήμερα δύσκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί ποια μέθοδος είχε εφαρμοστεί για τη στέγασή του.

Με την ολοκλήρωση της νέας φάσης των εργασιών, έγινε επίστρωση της Στοάς του Βουλευτηρίου με ειδικό υλικό που βοηθά τον επισκέπτη να αναγνωρίσει και να οριοθετήσει με μεγαλύτερη ευκρίνεια το χώρο.

Η κα Παπαδοπούλου αφού εξέφρασε ευχαριστίες προς τον Πρόεδρο της Βουλής κ. Τασούλα για την παρέμβασή του και την εξασφάλιση της χρηματοδότησης, πρόσθεσε πως στο νέο ΕΣΠΑ θα συμπεριληφθούν και οι συνεχιζόμενες εργασίες στο Βουλευτήριο, με την ελπίδα, ότι οι δαπάνες θα είναι επιλέξιμες.

Για την πορεία και τα ευρήματα των ανασκαφικών εργασιών μίλησαν διαδοχικά οι αρχαιολόγοι Υπατία Φάκλαρη και Χρήστος Κλείτσας, καθώς και η Μελίνα Νάκα, συντηρήτρια αρχαιοτήτων.

«Το πώς κατάφεραν να κατασκευάσουν και να στεγάζουν ένα οικοδόμημα με διαστάσεις 43,60X35,50 μέτρων είναι ένα ζήτημα που μας απασχολεί και θα μας απασχολήσει και στο μέλλον. Κατασκεύασαν όμως το Βουλευτήριο στο πρανές ενός λόφου και έτσι είχαν τη δυνατότητα να ακούν τον ομιλητή που βρισκόταν στο επίπεδο τμήμα του χώρου δίπλα στον βωμό που διασώζεται και στον οποίο ορκιζόταν», ανέφερε η κα Φάκλαρη.

«Αυτό που κάναμε, είναι να προετοιμάσουμε το έδαφος για τη συνέχεια των εργασιών και της ανασκαφικής έρευνας, ώστε να προστατεύσουμε καταρχάς το μνημείο, να το συντηρήσουμε, να το αναδείξουμε και να το αποδώσουμε στο κοινό που επισκέπτεται την αρχαία Δωδώνη» πρόσθεσε από την πλευρά του ο κ. Κλείτσας.

(Πηγή: Ανασκαφή, Πρωινά Νέα)

Αρχαιολογικός περίπατος στον Μόλυβο αναδεικνύει την άγνωστη Αρχαία Μήθυμνα

Στη δημιουργία αρχαιολογικού περίπατου στον Μόλυβο με στόχο να συντηρήσει και να αναδείξει «εμβληματικά» σημεία, αδιάψευστους μάρτυρες του παρελθόντος της αρχαίας πόλης της Μήθυμνας προχωρά το Υπουργείο Πολιτισμού. Ο σχεδιασμός του αρχαιολογικού περιπάτου, που συντίθεται από τρεις διαδρομές στην Αρχαία Μήθυμνα, αφορά στην ανάδειξη των αρχαίων καταλοίπων που ήλθαν στο φως σε σωστικές ανασκαφές επιτρέποντας στον επισκέπτη του οικισμού να περιηγείται σε χώρους  της αρχαιότητας, της βυζαντινής και της οθωμανικής περιόδου, σε επιλεγμένα νεότερα μνημεία, αλλά και στο μεσαιωνικό κάστρο της Μήθυμνας. 

Όπως δήλωσε η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, «Ο οικισμός του Μολύβου, εξαιτίας των ιδιαίτερων αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών του, της συνολικής εικόνας του τοπίου και της μακραίωνης ιστορίας του προστατεύεται ως παραδοσιακός ήδη από το 1978 με όρους και περιορισμούς δόμησης, ενώ πολυάριθμα είναι και τα μεμονωμένα κτήρια και τα οικοδομικά συγκροτήματα, που είναι χαρακτηρισμένα ιστορικά διατηρητέα μνημεία. Η μελέτη -επί της οποίας γνωμοδότησε ομόφωνα θετικά το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο- εντάσσει και αναδεικνύει, μέσα από τη δημιουργία ενός αρχαιολογικού περιπάτου -που συγκροτείται από τρεις πολιτιστικές διαδρομές- τους αρχαιολογικούς χώρους του οικισμού -οι οποίοι για χρόνια, ενώ έχουν αποκαλυφθεί, παραμένουν αφανείς και παραμελημένοι- καθώς και νεώτερα μνημεία. Η δημιουργία του αρχαιολογικού περίπατου αναδεικνύει την ιστορική φυσιογνωμία του οικισμού στην ιστορική διαχρονία, ενώ συγχρόνως συμβάλλει στην ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προϊόντος και δι αυτού στην οικονομική τοπική ανάπτυξη».

Βάσει της μελέτης του αρχαιολογικού περιπάτου εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της Μήθυμνας, αναδεικνύονται σωστικές ανασκαφές της περιόδου 1987 ως και τις αρχές του 2000. Έχουν έρθει στο φως προϊστορικά κατάλοιπα, οικιστικές νησίδες της γεωμετρικής και αρχαϊκής περιόδου, νεκροταφεία των ελληνιστικών κυρίως χρόνων, λουτρικές εγκαταστάσεις της ύστερης ελληνιστικής και της ρωμαϊκής περιόδου με ψηφιδωτά δάπεδα. 

Οι εργασίες αφορούν στη δημιουργία τριών πολιτιστικών διαδρομών, δύο στο ανατολικό τμήμα του οικισμού και μία στο δυτικό, με διαβαθμισμένο επίπεδο δυσκολίας περιπάτου. Στη Διαδρομή 1, ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να αφήσει το αυτοκίνητό του στην θέση στάθμευσης στην είσοδο του οικισμού και να ακολουθήσει την οδό Μιχαήλ Γούτου, κατά μήκος της οποίας εντοπίζονται αρχαιολογικά ευρήματα, που καταδεικνύουν τη συνεχή κατοίκηση της περιοχής από τους αρχαϊκούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Επιπλέον, ο περιπατητής συναντάει τέσσερα νεότερα μνημεία, χαρακτηριστικά δείγματα αστικών κατοικιών του οικισμού, δύο οθωμανικές κρήνες το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου και καταλήγει στο αρχαίο λιμάνι του οικισμού. Αποτελεί μία μικρή και εύκολη διαδρομή στο παραλιακό κομμάτι του οικισμού, προσβάσιμη σε όλους, ακόμα και σε εμποδιζόμενα άτομα.

Στη Διαδρομή 2 περιλαμβάνονται αρχαιολογικά οικιστικά κατάλοιπα, σημαντικά κτήρια του οικισμού όπως το παλιό οθωμανικό τέμενος -σημερινό πολύκεντρο- το παλιό οθωμανικό λουτρό-χαμάμ, το σημερινό δημαρχείο, άλλοτε κατοικία του Οθωμανού διοικητή, τη δημοτική πινακοθήκη που στεγάζεται σε ένα αρχοντικό παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, το κτήριο του παλιού ταχυδρομείου, τρεις οθωμανικές κρήνες και νεοκλασικά αρχοντικά. Η Διαδρομή 2 αποτελεί μία μέτρια σε βαθμό δυσκολίας κυκλική διαδρομή. 


Στη Διαδρομή 3 περιλαμβάνονται αρχαιολογικοί χώροι, εντυπωσιακές οθωμανικές κρήνες, αρχοντικές κατοικίες παραδοσιακής και νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, ο μεταβυζαντινός ναός της Αγίας Κυριακής. Η Διαδρομή 3 καταλήγει στο μεσαιωνικό κάστρο, τελικό προορισμό και σημείο θέασης όλου του οικισμού. Έχει το μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας με ανηφορικά βαθμιδωτά τμήματα, που οδηγούν στο Κάστρο. 

Όλες οι Διαδρομές έχουν ως σημείο εκκίνησης τον αρχαιολογικό χώρο στην είσοδο του οικισμού, πλησίον του δημοτικού χώρου στάθμευσης. Στους υπό ανάδειξη αρχαιολογικούς χώρους προβλέπεται η τοποθέτηση δίγλωσσων ενημερωτικών πινακίδων, ενώ υπάρχουν και σημεία θέασης-ανάπαυσης των επισκεπτών. Οι χώροι αναδεικνύονται με γενικό διακριτικό φωτισμό και σημειακό φωτισμό στα επιμέρους μνημεία.

Η Μήθυμνα αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες αρχαίες πόλεις της Λέσβου με αξιοσημείωτη ακμή κυρίως κατά την αρχαϊκή εποχή. Γνώρισε αδιάκοπη κατοίκηση από το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. έως και σήμερα με αποτέλεσμα λείψανα της μακραίωνης ιστορίας της να είναι ορατά σε όλη την έκταση του οικισμού και στον χώρο της Ντάπιας. Λόγω της θέσης της ανέπτυξε ναυτική δραστηριότητα ήδη από τον 8ο αι. π.Χ., ιδρύοντας αποικίες στην απέναντι μικρασιατική ακτή και ελέγχοντας το θαλάσσιο δρόμο προς τον Ελλήσποντο και την Προποντίδα.

(Δελτίο Τύπου ΥΠΠΟ)

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2023

Μια μεγάλη τρίκλιτη βασιλική στην άγνωστη αρχαία πόλη του Στρυμόνα

Μια τρίκλιτη βασιλική του τέλους 5ου/αρχών 6ου αιώνα, με στιλιστικές ομοιότητες και πιθανή χρονολογική εγγύτητα με τη Βασιλική Α΄ των Φιλίππων και τον Περίκεντρο Ναό της Αμφίπολης, φέρνουν στο φως οι ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο του Παλαιόκαστρου, κοντά στην Τερπνή Σερρών, εκεί όπου έχει εντοπιστεί μια άγνωστη προς το παρόν αρχαία πόλη. Η ταυτότητα της πόλης δεν είναι γνωστή, θεωρείται βέβαιο πάντως ότι ήταν σημαντική, γεγονός που αποδεικνύεται από τη συνεχή κατοίκησή της από την Εποχή του Σιδήρου ώς τον 6ο-7ο μ.Χ. αιώνα.


Όπως λέει στη Voria.gr η προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Σερρών, Δημητρία Μαλαμίδου, η τρίκλιτη βασιλική που ανασκάπτεται τα τελευταία δύο χρόνια είναι συνολικών διαστάσεων περίπου 22 Χ 12 μ., χτισμένη στο επικλινές έδαφος με ισχυρή υποδομή στην πλευρά του ιερού. «Αποκαλύφθηκε υπόστρωμα και τμήματα μαρμαροθετήματος (opus sectile) στο κεντρικό κλίτος, ενώ το νότιο κλίτος έχει δάπεδο από πήλινες πλάκες. Διακρίνονται επίσης ίχνη λειτουργικών στοιχείων στο ιερό, όπως η Αγία Τράπεζα και πιθανόν το κιβώριο (θόλος που υποστηρίζεται από κίονες)», ανέφερε η κ. Μαλαμίδου, προσθέτοντας πως το κτήριο παρουσιάζει μεγάλη κατασκευαστική ομοιότητα με την τελευταία φάση της πεντάκλιτης βασιλικής που είχε ανασκαφεί στην Τερπνή το 1993, ενώ και οι δύο εκκλησίες έχουν στιλιστικές ομοιότητες και μάλλον χρονολογική εγγύτητα με τη Βασιλική Α΄ των Φιλίππων και τον Περίκεντρο Ναό της Αμφίπολης (Ύστερος 5ος/Πρώιμος 6ος αιώνας).


Εκτός από την τρίκλιτη βασιλική, ανασκάφηκε επίσης στην κορυφή του λόφου σύμπλεγμα κτηρίων με πυκνή δόμηση, που αντιστοιχούν σε οικοδομήματα εκατέρωθεν ενός λιθόστρωτου δρόμου. Εντοπίσθηκαν πάνω από 10 λίθινοι τοίχοι πάχους 50-70 εκ., ζωικά οστά με ίχνη τεμαχισμού για κατανάλωση, ίχνη μεταλλουργικής δραστηριότητας, κεραμική αυτοκρατορικών χρόνων και νομίσματα 4ου-6ου αιώνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει για τους αρχαιολόγους η προσεκτική επανεξέταση του μνημειώδους δημόσιου κτηρίου (23 x 25 μ.) που είχε ανασκαφεί το 1993 και σύμφωνα με την κ. Μαλαμίδου «έδειξε ότι έχουμε σε αυτό διαδοχή πολλαπλών φάσεων. Στην πρώτη του φάση στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ., περιελάμβανε μια ορθογώνια τρίκλιτη αίθουσα με δάπεδο από λίθινες πλάκες, μαρμάρινους κίονες και κορινθιακά κιονόκρανα, καθώς και αίθουσες με υπόκαυστο πιθανόν λουτρό στη ΒΔ γωνία».

Η δεύτερη φάση του κτηρίου χρονολογείται στα τέλη του τέλη 5ου ή στις αρχές του 6ου αιώνα, επεκτείνεται προς νότια και βόρεια, σε αυτό προστίθενται ημικυκλική αψίδα και πλάγια κλίτη, έτσι παίρνει τη μορφή πεντάκλιτης χριστιανικής βασιλικής. Σε αυτή τη φάση φαίνεται πως το λουτρό καταργείται, ενώ χτίζονται πολυάριθμα προσκτίσματα.

Τα ευρήματα και η σημασία της θέσης

Η θέση Παλιόκαστρο ταυτίζεται με μια από τις αρχαίες πόλεις της κάτω κοιλάδας του Στρυμόνα που είναι γνωστές από τις αρχαίες ιστορικές πηγές. «Ελπίζουμε ότι με την καινούργια έρευνα θα υπάρξουν ευρήματα, όπως επιγραφές και νομίσματα, που θα επιτρέψουν τον ασφαλή προσδιορισμό του ονόματός της. Είναι πάντως ήδη φανερό ότι η στρατηγική της θέση ανάμεσα στην εύφορη κοιλάδα του ποταμού Στρυμόνα και στις πλαγιές των πλούσιων σε μεταλλεύματα βουνών Κερδύλλιον και Βερτίσκος, συνέβαλε στη μακραίωνη επιτυχημένη ιστορική της πορεία», αναφέρει η κ. Μαλαμίδου και συμπληρώνει: «Δεν είναι τυχαίο ότι μεταξύ των παλαιότερων ευρημάτων ξεχωρίζει επιγραφή που αναφέρει τη λέξη ἀδάμαϛ, όρος που αναφέρεται στον χρυσό και πιθανότατα στην εκμετάλλευσή του».

Όπως προκύπτει από την πολύχρονη έρευνα, η γεωγραφική αυτή ζώνη αρχικά βρισκόταν υπό τον έλεγχο του θρακικού φύλλου των Βισαλτών, αλλά γρήγορα προσέλκυσε το ενδιαφέρον των Ελλήνων από τις πόλεις του Νότου και από το Μακεδονικό βασίλειο. Τα ευρήματα των ανασκαφών αποδεικνύουν την παρουσία ελληνικής κεραμικής ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. Οι ανασκαφές στον λόφο αποκάλυψαν μέχρι τώρα οικοδομικές φάσεις των ελληνιστικών χρόνων, τμήμα της οχύρωσης, ρωμαϊκή βασιλική (δημόσιο κτήριο) με συγκρότημα θερμών, εργαστηριακό χώρο με πατητήρια για κρασί (ληνεώνας) ρωμαϊκών χρόνων και δυο χριστιανικές εκκλησίες. Μια επιγραφική μαρτυρία από τον πρώιμο 3ο αιώνα μ.Χ. κάνει λόγο για καθεστώς πόλεως, ενώ η κορυφή του λόφου περιβάλλεται με οχύρωση​.


Στην επικράτειά της έχουν κατά καιρούς ανασκαφεί αρκετοί τάφοι διαφόρων εποχών, καθώς και τάφος «μακεδονικού» τύπου που ανήκε στα αδέλφια Ιππώνακτα και Διοσκουρίδη, γιων του Απολλοδώρου, ο οποίος ήταν, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, εταίρος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εγκατεστημένος στην Αμφίπολη.

Μια επιγραφή του 2ου-3ου αι. μ.Χ., που βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο των Σερρών και προέρχεται πιθανότατα από το νεκροταφείο της αρχαίας πόλης, αναφέρεται στην οικοδόμηση βασιλικής με τη συνδρομή της Ιουλίας, από κληροδότημα του συζύγου της Φιλίππου υπό την επιμέλεια του Πόπλιου Αιλίου Κλαρανού Αλεξάνδρου. Είναι αρκετά πιθανόν να πρόκειται για το κτήριο που αποκάλυψε η ανασκαφή και φαίνεται ότι ήταν σε χρήση για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, από τον 2ο έως και τις αρχές του 4ου αι. μ.Χ., με αρκετές φάσεις ανακατασκευής και πιθανή μετατροπή του σε χριστιανική εκκλησία που λειτουργούσε τουλάχιστον μέχρι και τον 6ο αιώνα.


Η ανασκαφή που βρίσκεται σε εξέλιξη πραγματοποιείται από την ΕΦΑ Σερρών και τη Γαλλική Σχολή Αθηνών με τη συμμετοχή ερευνητών και φοιτητών από την Ελλάδα, τη Γαλλία, το Βέλγιο και τον Καναδά.

«Η αρχαιολογική έρευνα αποκαλύπτει εντυπωσιακά μνημεία και συμπληρώνει τις γνώσεις μας για την ιστορία της αρχαίας αυτής πόλης. Παράλληλα, άμεσος στόχος μας είναι να αποδώσουμε στο κοινό έναν πολύ σημαντικό χώρο, ο οποίος ευελπιστούμε να αποτελέσει πόλο έλξης επισκεπτών και πηγή πολιτισμικής και οικονομικής αναβάθμισης του δήμου Βισαλτίας», αναφέρει η κ. Μαλαμίδου, εστιάζοντας στη συμβολή του δήμου που καθαρίζει τον χώρο και στηρίζει σταθερά και με κάθε τρόπο την ερευνητική ομάδα.

(Οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν από το υπουργείου Πολιτισμού/ Εφορεία Αρχαιοτήτων Σερρών).

(Πηγές: Ανασκαφή, Μ. Ριτζαλέου, Voria)

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2023

Παλαιολόγειος Ναός στην Ακρόπολη Θεσσαλονίκης

 

Η Ακρόπολη της Θεσσαλονίκης από την αρχαιότατη ίδρυση της αποτέλεσε το ισχυρότερο και ακροτελεύτιο έρεισμα της πόλεως. Διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο καθ' όλην την ιστορία της, ιδίως κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, όχι ως μια απλή συνοικία, αλλά ως ο «θεοφρούρητος κουλάς» με τους λαμπρούς ιερούς ναούς στους οποίους ιερουργούσε ο Αρχιεπίσκοπος και το ύστατο καταφύγιο των αρχόντων, όπως οι γραμματειακές πηγές παραδίδουν.

Ελάχιστα μέτρα βορειότερα την πύλη εξόδου από την Ακρόπολη, σε γειτνίαση με το κομβικό σημείο όπου το ενδιάμεσο τείχος της πόλης συναντά το δυτικό σκέλος του τείχους της Ακρόπολης και πλησίον του κραταιών πύργων με αυτοκρατορικές επιγραφές, σε σωστική ανασκαφή οικοπέδου στην οδό Στεργίου Πολυδώρου 5 αποκαλύφθηκε άγνωστος στην έρευνα ναός των παλαιολόγειων χρόνων, με πυκνό κοιμητήριο της ίδιας περιόδου.

Συγκεκριμένα, αποκαλύφθηκε το ήμισυ περίπου πολύπλευρης, υπολογιζόμενης ως πεντάπλευρης, κόγχης του ιερού Βήματος με δύο κατασκευαστικές φάσεις. Ο τοίχος της κόγχης, δομείται με λίθους και πλίνθους, πολλές από τις οποίες είναι ενσφράγιστες με σταυρούς, έχει αμελές πλινθοπερίκλειστο σύστημα δόμησης και συνδετικό υλικό το χώμα. Σε πολύ μικρή απόσταση από τον αγιογραφημένο τοίχο της κόγχης, αποκαλύφθηκε η ίδια η Αγία Τράπεζα. Ο βωμός είναι χτιστός, με μορφή συμπαγούς κύβου.

Από τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της ανωδομής της κόγχης του Ιερού Βήματος, τον εικονογραφικό της διάκοσμο και τον κινητό της εξοπλισμό, η ανασκαφή ανέδειξε πολύτιμα στοιχεία. Μεταξύ του τοίχου της κόγχης και της Αγίας Τράπεζας, αποκαλύφθηκε ένσταυρο χάλικινο σκεύος που αποτελούσε το εγκαίνιον της δεύτερης κατασκευαστικής φάσης. Τόσο στην επιφάνεια του καμπύλου τοίχου όσο και στην κόγχη της Πρόθεσης, αποκαλύφθηκε σε καλή κατάσταση διατήρησης, τμήμα του εικονογραφικού διακόσμου. Από την εικονογράφηση της Πρόθεσης διατηρήθηκε το κάτω τμήμα της παράστασης της Άκρας Ταπείνωσης του Χριστού, Από την εικονογράφηση της αψίδας του ιερού, διατηρήθηκε κατά χώραν αποσπασματικά, η παράσταση του Μελισμού. Πολλά σπαράγματα πολυτελών τοιχογραφιών προερχόμενα από τον χώρο του ιερού, βρέθηκαν μέσα στο στρώμα καταστροφής της κόγχης. Στα σπαράγματα περιλαμβάνονται και αρκετά που φέρουν επίστρωση φύλλου χρυσού. Από τα σπαράγματα αυτά, κατέστη δυνατόν να ανασυσταθεί εν μέρει η εικόνα της Θεοτόκου Πλατυτέρας, που αναμφίβολα κοσμούσε την ανώτερη ζώνη τοιχογράφησης της κόγχης. Η τοιχογραφία της Πλατυτέρας του ναού της Πολυδώρου αποτελεί αριστουργηματικό έργο της δεύτερης δεκαετίας του 14ου αιώνα (1310-1320), και εντάσσεται καλλιτεχνικά στην υψηλή παλαιολόγεια τέχνη της Θεσσαλονίκης με ανάλογά της σε παραστάσεις στο ναό του Αγίου Παντελεήμονα, του 13ου – 14ου αιώνα και του Νικολάου Ορφανού (1310-1320).

Οι χρονολογικές ενδείξεις που προκύπτουν από τα ανασκαφικά δεδομένα του ναού, ενισχύονται από τα αντίστοιχα ευρήματα της διερεύνησης του κοιμητηρίου που αναπτυσσόταν στα βόρεια και ανατολικά της πολύπλευρης κόγχης και στο εσωτερικό του βορείου ορθογωνίου διαμερίσματος αλλά όχι μέσα στο ιερό. Πρόκειται για απλές στη μορφή αλλά επιμελημένες ταφές, κείμενες επί φυσικού εδάφους, των κατοίκων της βυζαντινής ακρόπολης. Το πυκνό αυτό κοιμητήριο παρέχει ιδιαίτερα πολύτιμες πληροφορίες όχι μόνο γιατί συμπληρώνει την εικόνα του ναού στον οποίο ανήκει, αλλά και γιατί μέχρι στιγμής δεν είναι γνωστό αντίστοιχης έκτασης εύρημα στο εσωτερικό της ακρόπολης. περιοχή για την οποία οι πληροφορίες μας παραμένουν περιορισμένες.

Στον χώρο της ανασκαφής ερευνήθηκαν πενήντα επτά (57) ταφές σε επάλληλες στρώσεις. Πρόκειται για ταφές βρεφικές, παιδικές και ενηλίκων, καθώς και ανακομιδές, που πραγματοποιήθηκαν σε τάφους διαφόρων τύπων, κιβωτιόσχημους, κεραμοσκεπείς, ελεύθερες λακκοειδείς απλές είτε με κάλυψη από οριζόντια τοποθετημένες σχιστόπλακες μειούμενου πλάτους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο ταφές ιδιαίτερα μεγαλόσωμων ανδρών, των οποίων το ύψος εγγίζει τα δύο μέτρα και η ταφή γυναίκας επίτοκης, που στη θέση της λεκάνης βρέθηκαν οστάρια και κρανίο εμβρύου σε θέση τοκετού.

Με βάση την συνολική ανασκαφική εικόνα αλλά και την νομισματική μαρτυρία από κλειστά σύνολα των ταφών και του κτηρίου που περιλάμβαναν Λατινικές απομιμήσεις και κοπές Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1261-1281) μπορεί να διατυπωθεί ότι κοιμητήριο και ο ναός με πολυγωνική κόγχη ιδρύθηκαν μετά τα μέσα του 13ου αι. Το αρχικό αυτό κτίσμα, γνώρισε δεύτερη κατασκευαστική φάση στις αρχές του 14ου και συγκεκριμένα περί την εικοσαετία 1310-1330, Ο ναός στην δεύτερη φάση του δεν είχε ιδιαίτερα μακρά ζωή αφού νομίσματα (χάλκινο με απεικόνιση του Πάτρωνα Αγίου της πόλεως και Τορνεζίου του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου (1391 -1423/25) και κεραμική αποκαλύπτουν την ριζική καταστροφή και κατάχωση του στα τέλη του 14ου – αρχές του 15ου αιώνα. Μετά από αυτό το χρονικό όριο οι ενδείξεις ελλείπουν και φαίνεται πως ο ναός παραμένει θαμμένος χωρίς να εντοπίζεται καμία άλλη μαρτυρία χρήσης του χώρου μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.

Η χρονολόγηση του ναού τον εντάσσει στην ταραγμένη εποχή της ιστορίας της Θεσσαλονίκης αμέσως μετά την Λατινική κατάκτηση. Η περίοδος χαρακτηρίζεται από τις δυναστικές έριδες, το ζηλωτκό κίνημα με βιαιότητες που εκτυλίχθηκαν εντός των τειχών της, την διαβίωση και την στέψη βασιλέων στην ίδια την πόλη έως την τελική υποταγή και υποτέλειά της στους Οθωμανούς.

(Δελτίο Τύπου και φωτογραφίες Υπουργείου Πολιτισμού)

25 αρχιτεκτονικά μέλη, μετά από 21 αιώνες, επιστρέφουν στον αρχαίο περίβολο του Τύμβου Καστά

Ολοκληρώνεται η διδακτική αποκατάστασης τμήματος του αρχαίου περιβόλου του Τύμβου Καστά, η οποία υλοποιείται από την Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του ΥΠΠΟ, στο πλαίσιο του έργου στερέωσης και αποκατάστασης του μνημείου.

Βάσει της εγκεκριμένης αρχιτεκτονικής μελέτης του αρχιτέκτονος Μιχάλη Λεφαντζή, ταυτίστηκαν και αποδόθηκαν στην αρχική τους θέση 25 διάσπαρτα μαρμάρινα μέλη από τα 375 που, το 2019, συγκεντρώθηκαν, ομαδοποιήθηκαν και διευθετήθηκαν στα δυτικά του Τύμβου, στοιχισμένα σε ομάδες κατά τον τύπο και τον δόμο στον οποίον ανήκαν στην αρχαία τοιχοποιία.

Όπως δήλωσε η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, «τα 25 αυτά αρχιτεκτονικά μέλη, επιστρέφουν στην αρχική τους θέση μετά από 21 αιώνες, έχοντας μεταφερθεί, κατά περιόδους, χιλιόμετρα μακριά από το μνημείο, φέροντας τη φθορά του χρόνου, αλλά και ζημίες στις επιφάνειές του, από ανθρώπινες επεμβάσεις, εξ αιτίας των αλλεπάλληλων αλλαγών χρήσης. Για την διατήρηση της αυθεντικότητάς τους, τα διάσπαρτα μαρμάρινα μέλη τοποθετήθηκαν στις θέσεις ταύτισής τους ως έχουν, χωρίς συμπληρώματα, ώστε να μαρτυρούν πάντοτε τη μακραίωνη ιστορία τους».


Για την απόδοση των μελών στο σημείο που ανήκαν, έγινε αρχιτεκτονική τεκμηρίωση του διάσπαρτου υλικού και του αντιθήματος, η οποία υπέδειξε ότι τα μεγαλύτερα ύψη μελών ανήκουν στο νότιο τμήμα του περιβόλου, πλησίον του Ταφικού Μνημείου. Επίσης, βασική παράμετρος απόδοσης, ήταν η αλλαγή της φοράς των γόμφων και των μοχλοβοθρίων, που υποδήλωνε την αντίθετη φορά τοποθέτησης των μελών του περιβόλου, από δύο τουλάχιστον διαφορετικά συνεργεία, κατά την οικοδόμηση του.

Από τη μελέτη προέκυψε, ότι το σημείο στο οποίο αποδόθηκαν τα μέλη, στο νότιο τμήμα του περιβόλου και 22 μ. δυτικά του Ταφικού Μνημείου, κατέληγαν οι δύο αντίθετες, μεταξύ τους, φορές τοποθέτησης, κατά την οικοδόμηση.

Η πλειοψηφία των μαρμάρινων μελών βρίσκονται σε καλή δομική κατάσταση,  εκτός από δύο: Έναν ορθοστάτη και μια βάση  με  θραυσμένα τμήματα, στα οποία δεν απαιτήθηκε συμπλήρωση για την τοποθέτησή τους.

Για την στήριξη των μαρμάρινων μελών, έγιναν συμπληρώσεις με τεχνητό λίθο στις θραυσμένες ελλείπουσες μάζες των λιθοπλίνθων του πώρινου αντιθήματος και επαναχρησιμοποιήθηκαν οι τόρμοι και οι αύλακες των αρχαίων συνδέσμων.

Στην εκτέλεση του έργου, καθοριστικότατο ρόλο έπαιξε, η συνδρομή των 6 εμπειρότατων μαρμαροτεχνιτών του ΥΠΠΟ που ήλθαν από την Νότια Κλιτύ της Ακρόπολης των Αθηνών στην Αμφίπολη για την έγκαιρη ολοκλήρωσή του.

Στο πλαίσιο του έργου αυτού, από την Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων συνεχίζονται οι εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης του Ταφικού Μνημείου και το εξωτερικό κέλυφος του Χώρου 1.

(Δελτίο Τύπου και φωτογραφίες Υπουργείου Πολιτισμού)