Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Η παρουσίαση των "Χαρτών"

«Διαβάζοντας τα βιβλία του Γρηγοριάδη έχεις την αίσθηση ενός συγγραφέα ο οποίος γράφει απαλλαγμένος από οποιαδήποτε δέσμευση, πέραν αυτής που του υπαγορεύει η ίδια του η τέχνη». Με τα λόγια αυτά ξεκίνησε την παρουσίαση του νέου βιβλίου του Παγγαιορείτη συγγραφέα Θόδωρου Γρηγοριάδη με τίτλο «Χάρτες», ο συγγραφέας Βασίλης Κυριλλίδης, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τετάρτης 28 Νοεμβρίου, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας. Την εκδήλωση διοργάνωσαν η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας και οι Εκδόσεις Πατάκη.

«Με τους Χάρτες ο Γρηγοριάδης, μετά από μια σειρά μυθιστορημάτων, ορισμένα εκ των οποίων αρκετά ογκώδη, επανέρχεται στη μικρή φόρμα. Κι όταν λέμε μικρή: Ούτε λίγο ούτε πολύ, 70 διηγήματα σ’ ένα βιβλίο 260 σελίδων. Κι αν πιστεύεται πως μικρή φόρμα σημαίνει ευκολία, λάθος. Κάθε είδος έχει τη δικιά του φιλοσοφία, απαιτεί τη δικιά του αρχιτεκτονική και οργάνωση, καθόλου αυτονόητο δεν είναι πως όποιος γράφει καλά μυθιστορήματα μπορεί να τα καταφέρει εξ ίσου καλά και στο διήγημα ή και αντιστρόφως», ανέφερε ο Βασίλης Κυριλλίδης, και συμπλήρωσε: «Οι ήρωες του Γρηγοριάδη δεν είναι σκιές, αν και πολλές φορές κινούνται σαν τέτοιες. Ο συγγραφέας καταφέρνει να πλάσει τους χαρακτήρες, να γεμίζει τα περιγράμματα, να σχηματίσει τα πρόσωπα, να σταθεί σε σκέψεις και πράξεις, με τη γραφή ρέουσα σαν σβέλτη και σίγουρη πινελιά επιδέξιου ζωγράφου. Στις ιστορίες του ο αναγνώστης παρασύρεται με τους πρωταγωνιστές μέχρι την όχθη, την έξοδο, τον τοίχο όπου θα χτυπήσουν για να γυρίσουν πίσω και ν’ αναζητήσουν μια νέα διαφυγή. Οι ήρωες του βιβλίου κινούνται ακόμα κι όταν μένουν ακίνητοι στο γεωγραφικό χώρο, ακόμα κι όταν οι ζωές τους δείχνουν να λιμνάζουν, μέσα στην απελπισία, στην αποδοχή και στην παραίτηση».

«Ο γεωγραφικός χώρος στον οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες, γνώριμος. Εκεί, λοιπόν, που άλλοι σπεύδουν να πολιτογραφηθούν πρωτευουσιάνοι, ο Γρηγοριάδης εμμένει. Το Παλαιοχώρι του Παγγαίου δεν λείπει ούτε από το πρόσφατο βιογραφικό του συγγραφέα. Φόντο στους χάρτες του, η Καβάλα, η Δράμα, οι Σέρρες, η Θεσσαλονίκη, η Ξάνθη, η Κομοτηνή, η Αλεξανδρούπολη. Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας προτιμά ν’ αντλεί έμπνευση από την περιοχή του επειδή την αγαπά ή αν την αγαπά, επειδή χρόνια τώρα του προσφέρει έμπνευση. Η σχέση μοιάζει αμφίδρομη. Το σίγουρο είναι πως κάτω από την επιφάνεια της φαινομενικά ήσυχης, λιμνάζουσας και λησμονημένης επαρχίας, ο Γρηγοριάδης μπορεί ν’ ανακαλύπτει τη δύναμη των κρυμμένων ανθρώπων. Στις ρυτίδες του νερού αναγνωρίζει την κίνηση κάτω από την επιφάνεια. Καταδύεται στο θολό κόσμο και αλιεύει. Ξέρει πώς να εκμαιεύσει το σπουδαίο μέσα από το ταπεινό, γιατί βασικά ξέρει πως χαρακτήρες που παρέχουν πολύτιμο υλικό, βρίσκονται κοντά, και δεν χρειάζεται να τους αναζητά στα πέρατα της γης», σημείωσε ο Β. Κυριλλίδης, ο οποίος κλείνοντας σημείωσε: «Εφόσον το γράψιμο είναι ανάγκη, είμαι σίγουρος πως κάποιοι τους, μεταμορφωμένοι έστω, παραλλαγμένοι, κρυμμένοι κάτω από νέα πρόσωπα, θα ξαναβρούν το δρόμο τους στο χάρτη και στο χαρτί του Γρηγοριάδη. Μαζί τους και το ίδιο το πρόσωπο του συγγραφέα, που κομματιάζεται κάθε φορά, διασπάται και διαμοιράζεται κομμάτια σ’ όλους τους ήρωές του. Είναι κι αυτό ζωγραφισμένο, μαγική εικόνα πάνω στο Χάρτη του έργου του, και θα κοιτάζει τον αναγνώστη μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο, κάθε που αυτός θ’ ανοίγει ένα από τα βιβλία του».

Ιστορίες ανθρώπων

Όπως ανέφερε, νωρίτερα, ο Θ. Γρηγοριάδης, «το βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από δύο εβδομάδες, πάει πάρα πολύ καλά και παρουσιάζεται εντός έδρας. Πρόκειται για ένα βιβλίο που ανήκει στην περιοχή μας γενικότερα καθώς πάρα πολλές αναφορές είναι βορειοελλαδίτικες. Το βιβλίο ονομάζεται «Χάρτες» και χαρτογραφεί μέρη και ιστορίες ανθρώπων και κυρίως ανθρώπων που γνώρισα. Οι «Χάρτες» διαιρέθηκαν σε τέσσερα μέρη. Στα χωριά, στις πόλεις, στην ξενιτιά και στα φανταστικά και ονειρικά μέρη. Τα τρία από αυτά είναι υπαρκτά ενώ το τέταρτο είναι το φανταστικό και το πιο όμορφο. Στα τρία πρώτα κομμάτια υπάρχουν αναγνωρίσιμα σημεία, καθώς αναφέρονται πολλές περιοχές της Καβάλας, της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας αλλά και πόλεις του εξωτερικού». «Το βιβλίο αποτελείται από πολλά μικρά διηγήματα που όλα μαζί συνθέτουν αυτή την ενότητα που λέγεται «Χάρτες». Είμαι με την καλή έννοια ένας «κουτσομπόλης» και παρουσιάζω με χιούμορ ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων», κατέληξε.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης αποσπάσματα του βιβλίου διάβασε η φιλόλογος Παρασκευή Φετά,ενώ ο Θόδωρος Γρηγοριάδης απάντησε σε ερωτήσεις που δέχθηκε από τους παρευρισκόμενους. Φυσικά δεν έλειψαν και οι απαραίτητες …υπογραφές σε αντίτυπα βιβλίων…

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ

Ένα ιστορικό δημοσιεύμά μου στην "Εβδόμη" (14-11-2007) που συζητήθηκε αρκετά, και για το οποίο δέχθηκα πολλά τηλεφωνήματα ήταν και το παρακάτω, που αναφέρεται στην απελευθέρωση της περιοχής του Παγγαίου. Πρόκειται για μια σύντομη καταγραφή γεγονότων. Το "ξαναδημοσιεύω" λοιπόν, για κάθε ενδιαφερόμενο:

"Ενενήντα πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν από την απελευθέρωση του Παγγαίου από τον Τουρκικό Ζυγό, και λίγοι είναι αυτοί που ξέρουν το τι συνέβη εκείνες τις μέρες του Οκτωβρίου του 1912, όταν οι Έλληνες της περιοχής αποκτούσαν την ελευθερία τους μετά από πέντε αιώνες σκλαβιάς.

Όπως αναφέρει σε μια καταγραφή του, ο τότε δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παλαιοχωρίου Ξενοφών Μαλαμίδης, από την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου στις 5 Οκτωβρίου 1912, όλοι οι Έλληνες της επαρχίας Παγγαίου, «με αγωνίαν παρηκολουθούμεν τας επιχειρήσεις και με ανεκλάλητον χαράν επληροφορούμεθα την πρόοδον και τας νίκας των Ελληνικών Στρατευμάτων». Ήδη, όπως αναφέρει, το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να επεξεργάζονται τρόπους για να συμμετάσχουν στον αγώνα για την ελευθερία. Τα πράγματα γίνονταν δυσκολότερα αφού την περιοχή, μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιβουλεύονταν και οι Βούλγαροι, οι οποίοι ήδη κατευθύνονταν προς τη Δράμα.

Παρ’ όλα αυτά ομάδα Ελλήνων προσκόπων με αρχηγό τον οπλαρχηγό καπετάν Δούκα, εγκαταστάθηκε στο Ροδολείβος και είχε επαφή με τον Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως και αργότερα εθνομάρτυρα Γερμανό, προκειμένου να κατευθυνθεί προς την Ελευθερούπολη και να απελευθερώσει ολόκληρη την επαρχία Παγγαίου.

Τις επόμενες ημέρες η Δράμα έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων και αυτό ανάγκασε τον Μητροπολίτη Γερμανό να παροτρύνει τον Καπετάν Δούκα για να επισπεύσει την κατάληψη της Ελευθερούπολης για να μην τον προλάβουν οι Βούλγαροι. Παρ’ όλα αυτά ο Καπετάν Δούκας ήταν επιφυλακτικός μια και δεν είχε ισχυρή δύναμη.

Στις 27 Οκτωβρίου, Βούλγαροι κομιτατζήδες εισήλθαν στην Καβάλα και άρχισαν να σκοτώνουν και να ληστεύουν πλούσιους Τούρκους. Παρακολουθώντας τις εξελίξεις και φοβούμενος μήπως οι Βούλγαροι φθάσουν στην Ελευθερούπολη πριν από τους Έλληνες, ο Μητροπολίτης Γερμανός απέστειλε στο Ροδολείβος τον ιερέα Νικόλαο Οικονόμου, με επιστολή του προς τον Καπετάν Δούκα να σπεύσει να καταλάβει την πόλη.

Έτσι, στις 29 Οκτωβρίου, ο οπλαρχηγός ξεκίνησε από το Ροδολείβος με κατεύθυνση την Ελευθερούπολη, και στο πέρασμα του αφόπλιζε τα τουρκικά αποσπάσματα. Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι οι κάτοικοι του Παλαιοχωρίου, μόλις έμαθαν ότι ο Καπετάν Δούκας φτάνει στην περιοχή, αφόπλισαν τους Τούρκους και οπλισμένοι πλέον κατευθύνθηκαν στην κεντρική οδό για να προϋπαντήσουν το τμήμα του οπλαρχηγού, και στη συνέχεια όλοι μαζί κατευθύνθηκαν προς την Ελευθερούπολη, όπου, στην τοποθεσία που βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο «Αμβράζη», τους υποδέχθηκαν οι τουρκικές πολιτικές αρχές και συγκεκριμένα ο έπαρχος, ο οικονομικός έφορος, ο αστυνόμος κλπ, «κομίζοντες άρτον και άλας επί δίσκου, ως και ξίφος ανεστραμμένον». Εκεί βρίσκονταν ο Μητροπολίτης Γερμανός με τους ιερείς που φορούσαν τα άμφια τους, οι μαθητές των σχολείων, η φιλαρμονική μουσική και όλος ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης. «Οι κώδωνες της εκκλησίας κρούουν χαρμοσύνως, η φιλαρμονική μουσική παιανίζει τον Εθνικόν Ύμνον και διάφορα εμβατήρια. Οι μαθηταί και μαθήτριαι άδωσι πατριωτικά άσματα. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά κλαίουν από χαρά και ανεκλάλητον ενθουσιασμόν Ελληνικαί σημαίαι ανεπετάσθησαν εις πλείστα οικήματα. Η χαρά του λαού είναι αδύνατον να περιγραφεί», παρατηρεί ο Ξ. Μαλαμίδης.

Στη συνέχεια ο Μητροπολίτης αφού ασπάστηκε τον οπλαρχηγό οδήγησε την πομπή προς το διοικητήριο της πόλης, όπου και ο Καπετάν Δούκας εγκαθίσταται στην μέχρι τότε έδρα του Τούρκου έπαρχου.

Δυστυχώς, τέσσερις μέρες μετά οι Βούλγαροι που βρίσκονταν στην Καβάλα πληροφορήθηκαν ότι στην Ελευθερούπολη δεν υπάρχει τακτικός στρατός και με μια διμοιρία στρατού έφτασαν στην πόλη και εκδίωξαν τον Καπετάν Δούκα. Μετά από αυτά, τις παραμονές των Χριστουγέννων, έφτασε στην περιοχή ο ελληνικός στρατός που απελευθέρωσε τα χωριά του Παγγαίου, ενώ η Ελευθερούπολη έμεινε στα χέρια των Βουλγάρων μέχρι τις 26 Ιουνίου 1913, οπότε και αποβιβάστηκε ελληνικός στρατός στην Καβάλα για να απελευθερωθεί ολόκληρη η Μακεδονία".

Πρόκειται για σελίδες της νεότερης ιστορίας μας, άγνωστες στους πολλούς. Αν κάποιος γνωρίζει κάτι παραπάνω, μπορεί να το συμπληρώσει...

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

ΣΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΚΑΤΙ;

Έλαβα σήμερα το παρακάτω μήνυμα από ένα φίλο. Μου θύμισε πολλά... Αξίζει να το διαβάσει κανείς...

"Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε.Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα.

Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση.

Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μας βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους».

Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε. Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζανπλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.

Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64 , 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου!

Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε; Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά.

Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας ; ) : D : P


Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Δεν θα πρέπει να μάς παραξενεύει που τα σημερινά παιδιά είναι κακομαθημένα και χαζοχαρούμενα.Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»... συγχαρητήρια! Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί...".

Σε όλους μας θυμίζει κάτι, που ίσως τα σημερινά παιδιά δεν θα νιώσουν ποτέ...


Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ

Σάββατο 17 Νοεμβρίου. Ο καιρός προσπαθεί να μας αποδείξει οτι το φθινόπωρο φεύγει και έρχεται ο χειμώνας, κάτι που εδώ και μερικές μέρες προσπαθούν να μας πλασάρουν και οι βιτρίνες των καταστημάτων που άρχισαν δειλά δειλά να ντύνονται σε χρώματα χριστουγεννιάτικα.

Σήμερα λοιπόν ανοίγει αυτό το βήμα διαλόγου, μέσα από αυτό το ιστολόγιο, όπου θα καταγράφονται, ιδέες, απόψεις και προτάσεις για διάφορα θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους. Σκέψεις που προβληματίζουν και ενδιαφέρουν. Καλή αρχή λοιπόν...