Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020

Αφανείς ήρωες και παντοτινοί φίλοι…


Με αφορμή τη σημερινή επέτειο, είναι ευκαιρία να προσέξουμε μια άγνωστη πτυχή της ιστορίας. Είναι ευκαιρία να κάνουμε μια αναφορά στους ακούραστους αφανείς ήρωες του έπους του 1940, τους συνοδοιπόρους των Ελλήνων στρατιωτών, τα μουλάρια και τα άλογα.

Με την κήρυξη της επιστράτευσης ξεκίνησε και η επίταξη των ζώων αυτών που αποτελούσαν μέλη των οικογενειών στα ελληνικά χωριά, αφού με αυτά ολοκλήρωναν όλες σχεδόν τις κοπιώδεις εργασίες της καθημερινότητάς τους. Σύμφωνα με το Γενικό Επιτελείο Στρατού μέχρι τις 13 Νοεμβρίου 1940 είχαν επιταχθεί συνολικά 125.000 άλογα και μουλάρια και είχαν προωθηθεί στο αλβανικό μέτωπο. 

Πάρα πολλά ήταν και τα ζώα που επιτάχθηκαν από το Παλαιοχώρι. Από τα ελάχιστα Δελτία Επιτάξεως που σώζονται προκύπτει πως οι Παλαιοχωρινοί (όσοι δεν είχαν ήδη επιστρατευθεί) ή μέλη των οικογενειών τους έπρεπε να παραδώσουν τα ζώα τους στο Έμπεδο της Ελευθερούπολης μαζί με τα παρελκόμενά τους (σαμάρι, χαλινάρια κ.λπ). Τα ζώα που συγκεντρώθηκαν από την περιοχή ήταν πάρα πολλά, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν επιπλέον ανάγκες στις εγκαταστάσεις. Παράδειγμα αυτής της έκτακτης ανάγκης είναι και οι δέστρες των ζώων που κατασκευάστηκαν άμεσα από πέταλα που σφυρηλατήθηκαν.  

Όλα αυτά βέβαια μέχρι τα ζώα αυτά να προωθηθούν στο μέτωπο, όπου ήταν η κινητήρια δύναμη του Στρατού μας. Περήφανα, αγέρωχα, ακούραστα, χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά κυρίως όπλων και πυρομαχικών στα δύσβατα βουνά και κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες, γράφοντας τις δικές τους σελίδες δόξας, που όμως δεν περιλαμβάνονται στα πολυδιαβασμένα βιβλία. 

Πολλά από τα παραπάνω ζώα υπήρξαν θύματα του πολέμου, αυτοί οι αχώριστοι σύντροφοι και βοηθοί των ανθρώπων της υπαίθρου αλλά και των στρατιωτών. Κάποια από αυτά τα ηρωικά ζώα γκρεμίστηκαν σε βαθιές χαράδρες ή σκοτώθηκαν από εχθρικά πυρά ή δεν άντεξαν στην πείνα και στις κακουχίες.

Ελάχιστα από αυτά επέστρεψαν, στην πλειονότητά τους σακατεμένα. Χρόνια αργότερα, όσοι έχασαν τα ζώα τους υπέβαλαν αιτήσεις για αποζημίωση…

Κλείνοντας αυτό το μικρό αφιέρωμα αντιγράφω μερικές σειρές μιας μαρτυρίας ενός ημιονηγού που βρήκα στο διαδίκτυο: «Σ’ ένα χαντάκι σκεπασμένο με χιόνι, ο Ψαρής μου κόλλησε. Πεινασμένο, μουσκεμένο ως το κόκκαλο, ταλαιπωρημένο από το αδιάκοπο τρέξιμο πάνω στα κατσάβραχα, ήταν γραφτό του να μείνει εκεί. Το χάιδεψα λίγο στο σβέρκο και το φίλησα. Και κίνησα. Σε λίγα βήματα γύρισα να ιδώ για τελευταία φορά. Μπορεί να ήταν ζώο, αλλά ήταν σύντροφος στον πόλεμο. Είχαμε δει τόσες φορές μαζί τον θάνατο, είχαμε περάσει μαζί μερόνυχτα ζωής τέτοια που δεν λησμονιέται ποτέ. Και το είδα να με κοιτάζει που έφευγα. Τι ματιά ήταν αυτή βρε παιδιά. Πόσο παράπονο, πόση λύπη φανέρωνε. Μ’ έπιασε το κλάμα. Ο πόλεμος δεν αφήνει καιρό για τέτοια. Σε μια στιγμή σκέφτηκα να το σκοτώσω. Δεν βάσταξε όμως η καρδιά μου. Και το άφησα εκεί. Με κοίταζε ώσπου χάθηκα πίσω από τον βράχο. Το ‘χω βάρος. Γκαστρωμένος είμαι μ’ ένα λιθάρι εδώ μέσα, στο στομάχι, στην ψυχή…».

Αιωνία τους η μνήμη!


Δεν υπάρχουν σχόλια: