Σαν σήμερα πριν 114 χρόνια, στις 17 Οκτωβρίου 1912, το Παλαιοχώρι Παγγαίου έγραφε τη δική του σελίδα στην ιστορία της απελευθέρωσης από τον οθωμανικό ζυγό. Έπειτα από σχεδόν πέντε αιώνες σκλαβιάς, η προσμονή της λευτεριάς γινόταν πράξη και οι άνθρωποι του τόπου μας έβλεπαν να ξημερώνει μια διαφορετική ημέρα. Ήταν η εποχή που η ιστορία άλλαζε σελίδα και οι πόθοι γενεών ολόκληρων έβρισκαν διέξοδο μέσα από τον αγώνα για την εθνική αποκατάσταση.
Όπως καταγράφει ο Ξενοφών Μαλαμίδης, τότε δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παλαιοχωρίου, από την κήρυξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, στις 5 Οκτωβρίου 1912, οι Έλληνες της επαρχίας Παγγαίου παρακολουθούσαν με αγωνία τις πολεμικές εξελίξεις και με ανείπωτη χαρά υποδέχονταν τα νέα για τις νίκες και την προέλαση του ελληνικού στρατού. Το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, η ελπίδα άρχισε να παίρνει μορφή. Οι κάτοικοι αναζητούσαν τρόπους να συμβάλουν στον αγώνα της ελευθερίας, γνωρίζοντας πως η επόμενη ημέρα δεν ήταν εξασφαλισμένη. Μετά την κατάρρευση της οθωμανικής κυριαρχίας, οι βουλγαρικές βλέψεις απειλούσαν την περιοχή, καθώς βουλγαρικές δυνάμεις κατευθύνονταν ήδη προς τη Δράμα.
Μέσα σε αυτή την αβέβαιη συγκυρία, μια ομάδα Ελλήνων προσκόπων, με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Δούκα Ζέρβα, εγκαταστάθηκε στο Ροδολείβος. Σε συνεννόηση με τον Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Γερμανό, ο οποίος αργότερα θα αναδεικνυόταν εθνομάρτυρας, προετοίμαζε την πορεία προς την Ελευθερούπολη, με σκοπό την απελευθέρωση ολόκληρης της επαρχίας Παγγαίου.
Η κατάληψη της Δράμας από τους Βουλγάρους τις επόμενες ημέρες ενέτεινε την αγωνία. Ο Μητροπολίτης Γερμανός προέτρεψε τον Δούκα να επισπεύσει την επιχείρηση, προτού οι Βούλγαροι προλάβουν να καταλάβουν την Ελευθερούπολη. Ο οπλαρχηγός, ωστόσο, γνώριζε πως η δύναμή του δεν ήταν αρκετά ισχυρή και αντιμετώπιζε την αποστολή με επιφύλαξη.
Στα μέσα Οκτωβρίου, βουλγαρικές ένοπλες ομάδες κομιτατζήδων εισήλθαν στην Καβάλα, όπου άρχισαν να σκοτώνουν και να ληστεύουν εύπορους Οθωμανούς. Παρακολουθώντας με ανησυχία τις εξελίξεις και φοβούμενος πως η Ελευθερούπολη θα έπεφτε πρώτη στα χέρια των Βουλγάρων, ο Μητροπολίτης έστειλε στο Ροδολείβος τον ιερέα Νικόλαο Οικονόμου, μεταφέροντας επιστολή προς τον Δούκα με την παράκληση να κινηθεί χωρίς άλλη καθυστέρηση.
Και τότε έφτασε η 17η Οκτωβρίου, η μεγάλη μέρα! Ο Δούκας Ζέρβας ξεκίνησε από το Ροδολείβος με προορισμό την Ελευθερούπολη, αφοπλίζοντας στο πέρασμά του τα οθωμανικά αποσπάσματα. Τα νέα της άφιξής του έφτασαν και στο Παλαιοχώρι. Οι κάτοικοι, αποφασισμένοι να μη μείνουν απλοί θεατές των ιστορικών γεγονότων, αφόπλισαν τους Οθωμανούς και, έχοντας πλέον πάρει τα όπλα, συγκεντρώθηκαν στην κεντρική οδό για να υποδεχθούν το τμήμα του οπλαρχηγού. Η υποδοχή αυτή δεν ήταν μια απλή συνάντηση. Ήταν η έμπρακτη συμμετοχή ενός ολόκληρου χωριού στον αγώνα για την ελευθερία του.
Μαζί με τους άνδρες του Δούκα, οι Παλαιοχωρινοί κατευθύνθηκαν προς την Ελευθερούπολη. Στην τοποθεσία όπου βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο «Αμβράζη», τους περίμεναν οι οθωμανικές πολιτικές αρχές, ο έπαρχος, ο οικονομικός έφορος, ο αστυνόμος και άλλοι αξιωματούχοι, κρατώντας, σύμφωνα με την περιγραφή του Ξ. Μαλαμίδη, «άρτον και άλας επί δίσκου, ως και ξίφος ανεστραμμένον», σύμβολα της παράδοσης και της υποταγής.
Εκεί βρισκόταν ο Μητροπολίτης Γερμανός, περιστοιχισμένος από ιερείς με τα άμφιά τους, μαθητές και μαθήτριες των σχολείων, τη φιλαρμονική μουσική και πλήθος Ελλήνων κατοίκων. Οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούσαν χαρμόσυνα, η φιλαρμονική παιάνιζε τον Εθνικό Ύμνο και εμβατήρια, ενώ τα παιδιά τραγουδούσαν πατριωτικά άσματα. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά έκλαιγαν από χαρά και συγκίνηση, ελληνικές σημαίες υψώνονταν στα σπίτια και οι δρόμοι γέμιζαν από τον ενθουσιασμό ενός λαού που έβλεπε το όνειρο της ελευθερίας να γίνεται πραγματικότητα.
«Η χαρά του λαού είναι αδύνατον να περιγραφεί», σημειώνει ο Ξενοφών Μαλαμίδης, αποτυπώνοντας με λίγες λέξεις το μεγαλείο εκείνων των στιγμών.
Ο Μητροπολίτης Γερμανός ασπάστηκε τον οπλαρχηγό και οδήγησε την πομπή στο διοικητήριο της πόλης, όπου ο καπετάν Δούκας εγκαταστάθηκε στην έως τότε έδρα του Οθωμανού επάρχου. Για λίγο, η Ελευθερούπολη έμοιαζε να έχει αφήσει οριστικά πίσω της το παρελθόν.
Η χαρά, όμως, δεν έμελλε να κρατήσει πολύ. Τέσσερις ημέρες αργότερα, οι Βούλγαροι που βρίσκονταν στην Καβάλα πληροφορήθηκαν ότι στην Ελευθερούπολη δεν υπήρχε τακτικός ελληνικός στρατός. Με μια διμοιρία στρατιωτών εισήλθαν στην πόλη και εκδίωξαν τον καπετάν Δούκα. Έτσι, η περιοχή βρέθηκε και πάλι αντιμέτωπη με τις αντιπαραθέσεις και τις διεκδικήσεις που ακολούθησαν την υποχώρηση της οθωμανικής εξουσίας.
Τις παραμονές των Χριστουγέννων του 1912 έφτασε στην περιοχή ο ελληνικός στρατός και απελευθέρωσε τα χωριά του Παγγαίου. Η Ελευθερούπολη, ωστόσο, παρέμεινε υπό βουλγαρικό έλεγχο έως τις 26 Ιουνίου 1913, όταν ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στην Καβάλα, ανοίγοντας τον δρόμο για την απελευθέρωση της περιοχής και την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μακεδονία.
Σήμερα λοιπόν, 17 Οκτωβρίου, το Παλαιοχώρι θυμάται και τιμά τη δική του ημέρα ελευθερίας. Μια ημέρα που δεν ανήκει μόνο στις σελίδες της ιστορίας, αλλά και στη συλλογική μνήμη του τόπου. Στους ανθρώπους που τόλμησαν, που πήραν τα όπλα, που βγήκαν στον δρόμο για να υποδεχθούν τους αγωνιστές και που έγιναν οι ίδιοι μέρος της μεγάλης αλλαγής. Γιατί η ιστορία ενός τόπου δεν γράφεται μονάχα από τους στρατούς και τους οπλαρχηγούς. Γράφεται και από τους απλούς ανθρώπους, από την απόφαση ενός χωριού να αγωνιστεί για την ελευθερία, από τη συγκίνηση μιας υποδοχής και από τη δύναμη μιας κοινότητας που αρνείται να ξεχάσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου