Αριστείδης Μεντίζης
Aut viam inveniam aut faciam - Ή θα τον βρούμε το δρόμο ή θα τον φτιάξουμε
Τρίτη 14 Απριλίου 2026
Παρασκευή 10 Απριλίου 2026
Μεγάλη Πέμπτη
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026
Με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου
Στις αυλές με το χώμα και τις ασβεστωμένες πέτρες, εκεί όπου οι φωνές των παιδιών αντηχούσαν σαν μικρές καμπάνες, γεννιόταν σιωπηλά μια βαθιά αγάπη για την πατρίδα. Δεν τη δίδασκαν με λόγια βαριά, μα τη σκόρπιζαν μέσα στα παιχνίδια και στις αυτοσχέδιες παρελάσεις με ξύλινα σπαθιά και σημαίες φτιαγμένες από χαρτί. Εκεί, μέσα στη φαντασία και την αθωότητα, οι έννοιες της ελευθερίας και της θυσίας ρίζωναν απαλά, σαν σπόροι που δεν φαίνονται, μα μεγαλώνουν βαθιά στην ψυχή.
Και όταν πλησίαζαν οι μέρες των επετείων, όπως η 25η Μαρτίου, όλο το χωριό ή η γειτονιά άλλαζε, τα παιδιά φορούσαν τα καλά τους και στέκονταν με μια παράξενη περηφάνια, χωρίς να καταλαβαίνουν πλήρως το βάρος της στιγμής, μα νιώθοντάς το. Τα ποιήματα που απάγγελλαν και τα τραγούδια που μάθαιναν γίνονταν γέφυρες με το παρελθόν, ένας τρόπος να αγγίξουν την ιστορία όχι σαν μάθημα, αλλά σαν ζωντανή μνήμη. Έτσι, μέσα από μικρές τελετές και μεγάλα όνειρα, μάθαιναν να εκτιμούν ιδανικά που δεν φθείρονται, κουβαλώντας τα αργότερα στη ζωή τους σαν ένα γλυκό, ανεξίτηλο αποτύπωμα.
Κυριακή 22 Μαρτίου 2026
Σαν γραμμόφωνο....
Στο Παλαιοχώρι του Παγγαίου, τότε που ο χρόνος κυλούσε πιο αργά και οι στιγμές είχαν βάρος και ψυχή, τα καφενεία ήταν ζεστές γωνιές, όπου οι άνθρωποι αντάμωναν μετά τον μόχθο της γης. Μέσα σε καπνούς από τσιγάρα και ψιθύρους κουβέντας, το γραμμόφωνο γύριζε αργά, σκορπίζοντας εκείνον τον βαθύ, ζεστό ήχο που αγκάλιαζε τις καρδιές.
Οι νότες έμοιαζαν να στάζουν νοσταλγία, να κουβαλούν ιστορίες ανείπωτες, έρωτες που άνθισαν και χάθηκαν, γέλια που αντήχησαν και σιώπησαν. Κάθε τραγούδι ήταν μια ανάμνηση, κάθε μελωδία μια πληγή γλυκιά, που ένωνε τους θαμώνες σε μια σιωπηλή συμφωνία συναισθημάτων.
Κι εκεί, ανάμεσα σε ποτήρια και βλέμματα χαμένα στο παρελθόν, η ζωή αποκτούσε έναν αλλιώτικο παλμό — βαθύ, ανθρώπινο, αληθινό. Σαν τον ήχο του γραμμοφώνου που ακόμη αντηχεί, κάπου μέσα στον χρόνο.
Οι υπαίθριοι φωτογράφοι του Παλαιοχωρίου Παγγαίου!
Από τη δεκαετία του 1920 μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1960 στο Παλαιοχώρι, που ανθεί οικονομικά κυρίως λόγω της παραγωγής καπνού, δραστηριοποιούνται πολλοί υπαίθριοι ή κατά πολλούς «πλανόδιοι» φωτογράφοι. Οι φωτογράφοι αυτοί ουσιαστικά έβρισκαν τους εν δυνάμει πελάτες τους ώστε να τους φωτογραφίσουν σε πολυσύχναστα μέρη, εκεί που οι άνθρωποι έκαναν την βόλτα τους ή διασκέδαζαν. Τους έβρισκες σε μεγάλες εθνικές γιορτές, σε παρελάσεις, σε πανηγύρια και σε άλλες εκδηλώσεις, κάθε εποχή του χρόνου. Η πρακτική των πλανόδιων φωτογράφων ήταν απλή τραβούσαν φωτογραφίες έπαιρναν μια προκαταβολή και μετά είτε οι πελάτες περνούσαν από το χώρο τους για να παραλάβουν τις φωτογραφίες τους ή οι ίδιοι οι φωτογράφοι τις διένειμαν στη βόλτα ή στα σπίτια των πελατών. Τα χρόνια πέρασαν και το μοναδικό σημάδι αυτών των φωτογράφων διασώθηκε στην πίσω πλευρά κάποιων φωτογραφιών… Συναντούμε το λογότυπο «ΦΩΤΟ – ΠΑΓΓΑΙΟΝ» του Σάββα Χατζησάββα, το «ΦΩΤΟ – ΛΟΥΚΑΣ» του Λουκά Κυρκόπουλου, το «ΦΩΤΟ – ΛΑΚΗΣ», ΤΟ «ΦΩΤΟ – Β. ΧΑΤΖΗΣΦΕΤΚΟΥ», του Βασίλη Χατζησφέτκου, το «ΦΩΤΟ – ΝΑΥΤΑΚΗ» και το «ΦΩΤΟ – ΓΚΙΣΔΑΒΙΔΗΣ».
Οι «καλαμποκιέρες» στο Παλαιοχώρι Παγγαίου!
Αυτή την περίοδο οι μηχανές …έπαιρναν φωτιά, ήταν άλλωστε η εποχή που τα καλαμπόκια από τη βάλτα έφταναν στο χωριό, στις «κλούβες», ως «κουμπάκες». Και μετά ερχόταν η ώρα της καλαμποκιέρας, αυτής της μηχανής που έβγαζε το καλαμπόκι από τα κοτσάνια και διευκόλυνε πολύ τους παραγωγούς. Έβαζαν τις κουμπάκες και έπαιρναν, καθαρό, το πολυπόθητο καλαμπόκι. Σήμερα οι καλαμποκιέρες είναι μια ανάμνηση που ελάχιστα ξεπροβάλει απ’ την αχλή της λήθης…
Ο μπαρμπα - Μανώλης...
Αδρές μνήμες και χρώματα....
"Διάφανη, λεπτή κρυστάλλινη ήταν η επιδερμίδα στο πρόσωπό του. Στολισμένη με μελανοκόκκινες σπασμένες μικρές φλεβίτσες. Μικροσκοπικά αιμάτινα ρυάκια. Περισσότερο τα προεξέχοντα μήλα στολισμένα ήταν, χαρίζοντας σ’ όλο το πρόσωπό του, ένα απαλό ροδοκόκκινο χρώμα. Σαν από ντροπή. Μύτη λεπτή και μάτια σκούρα καφετιά, γυαλιστερά σαν των πουλιών. Όμορφη όψη, γοητευτική. Πουκάμισο λευκό κουμπωμένο ως και το τελευταίο κουμπί, στριμώχνοντας και αναγκάζοντας την επιδερμίδα του λαιμού του να ξεχειλίζει. Γιλέκο σκούρο, και στο τσεπάκι του το ασημί ρολόι με την αλυσιδίτσα του να κρέμεται απ’ έξω. Σακάκι επίσης σκούρο με πολύ ψιλές δυσδιάκριτες χρωματιστές ρίγες. Παντελόνι μαύρο, τσόχινο, φαρδύ, με το υφασμάτινο ζωνάρι τυλιγμένο δυο τρεις φορές γύρω από τη μέση του. Απαραίτητη και η τραγιάσκα. Τον χειμώνα για το κρύο και το καλοκαίρι για τον ήλιο. Σκληρά και γερά μαύρα παπούτσια. Για το περπάτημα. Ατέλειωτο περπάτημα. Λόγω της δουλειάς του. Μόνιμο πηγαίο χαμόγελο και μια σπάνια ευγένεια και καλοσύνη τα επιπλέον στολίδια στο πρόσωπό του. Ωραία παρουσία, όμορφο πρόσωπο και με πολλές επιτυχίες στις γυναίκες. Καρδιοκατακτητής.
Και η φωνή του, γλυκιά καμπάνα. Ως και έκθεση στη τρίτη Δημοτικού μια φορά είχε βάλει ο δάσκαλος, με θέμα: «Ο μπάρμπα Μανώλης, το αηδόνι του χωριού μας». Σε όλο το χωριό ακούγονταν. Κελαριστή, μελωδική, με μια γλυκιά ζεστή βραχνάδα απόλυτα ερωτική, ήταν η φωνή του. Καρδιοχτυπούσαν οι γυναίκες ακούγοντάς τον.
Ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές σταμπόλια και καμπάδικες, λάχανα, πράσα, κουνουπίδια και ότι άλλο ζαρζαβατικό καλλιεργούσε στο χωράφι του.
Όλα τα χωριά γυρνούσε ο μπάρμπα Μανώλης με το άλογό του στην αρχή και το γαϊδουράκι με το κάρο τα επόμενα χρόνια. Και αυτός ανεβασμένος πάνω όταν ήταν ισιάδα, ποδαράτα δίπλα στο ζωντανό κρατώντας το καπίστρι όταν ο δρόμος ήταν ανηφορικός. Και είχε μπόλικες ανηφόρες στα χωριά μας, χτισμένα τα πιο πολλά στους πρόποδες του βουνού τού Ορφέα, του όμορφου κατάφυτου και δροσερού Παγγαίου. Από τα χαράματα ξεκινούσε η μέρα του. Μάζευε τα ζαρζαβατικά τής εποχής, τα αράδιαζε όμορφα στα ξύλινα κασάκια, τα φόρτωνε στο κάρο, έζευε το ζωντανό και ξεκινούσε παίρνοντας τον δημόσιο δρόμο, ενόσω ακόμα ο Αυγερινός δήλωνε με την παρουσία του το τελείωμα της νύχτας και το ξεκίνημα της μέρας. Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή δυτικά, Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο ανατολικά. Όταν η κατεύθυνσή του ήταν προς τα δυτικά περνούσε πρώτα από ένα χωριό χαμηλά στον κάμπο και μετά από μια ισιάδα δύο περίπου χιλιομέτρων, έπαιρνε τον δύσκολο ανηφορικό δρόμο για το δικό μου χωριό. Από τα πρώτα ακόμα σπίτια της Δρυάδας χαμηλά στην είσοδο του χωριού ακούγονταν. Από κει έφτανε η φωνή του στα τελευταία σπίτια, ψηλά, στις καστανιές. (…).
Γενιές μεγάλωσαν μαζί του. Και πέρασαν κι άλλα χρόνια κι ήρθαν τα αυτοκίνητα με τα σκληρόφωνα μεγάφωνα, χάθηκε ο Μπάρμπα Μανώλης, έλειψε η φωνή του, έφυγαν και “έφυγαν” οι άνθρωποι. Άλλοι σε ξένα μέρη πήγαν και άλλοι ψηλά ταξίδεψαν. Πολλά σπίτια έκλεισαν και ερήμωσαν οι γειτονιές. Χρόνια και χρόνια πέρασαν, σαν μια στιγμή να ήταν, ούτε καν μιας ανάσας χρόνος (…)".
(Απόσπασμα διηγήματος του Άγγελου Τσανάκα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωϊνή», στις 25 Μαρτίου 2018)
Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025
ΥΠΠΟ: Αφιερωματικό έτος στο Μάνο Χατζιδάκι, το 2026
Ανήμερα των εκατοστών γενεθλίων του, το Υπουργείο Πολιτισμού ανακηρύσσει το 2026, ως αφιερωματικό έτος στο Μάνο Χατζιδάκι. Απειροελάχιστος φόρος τιμής στον κορυφαίο συνθέτη που τόλμησε, μεταπολεμικά, να σμίξει σε εξαίσιες μουσικές τη λόγια μουσική με την παράδοση, φέρνοντας και τη λαϊκή μουσική στο προσκήνιο.
Η απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού αποτελεί τη δίκαιη αναγνώριση στο πλούσιο έργο του διεισδυτικού δημιουργού, που υπηρέτησε, με αφοσίωση, με κοινωνική διάκριση και ευαισθησία την Ελλάδα και τον Πολιτισμό. Διδάσκοντας με το ελεύθερο πνεύμα του, τις ειλικρινείς παραινέσεις του, τις ανιδιοτελείς πολιτικές παρεμβάσεις του, αντέταξε απέναντι στο χυδαίο λαϊκισμό, τη βαθιά παιδεία, την πίστη του στην ελευθερία και τα ανθρώπινα ιδεώδη. Το έργο του, ήδη τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να γονιμοποιεί την σύγχρονη μουσική παραγωγή, απολαμβάνοντας μοναδική απήχηση.
Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, αναφερόμενη στην ανακήρυξη του έτους 2026, ως αφιερωματικού στο Μάνο Χατζιδάκι, δήλωσε: «Ο Μάνος Χατζιδάκις, ως δημιουργός αλλά και ως διανοούμενος, κατάφερε να επιβάλει τους δικούς του κανόνες παραγωγής στη μουσική του δημιουργία, αλλά και στη διάδοση των φιλελεύθερων ιδεών του, μέσω γραπτών και δημόσιων παρεμβάσεων, ενίοτε αποκλίνοντας, συνειδητά, από τις κυρίαρχες τάσεις της εποχής του. Υλοποιώντας τις πρωτότυπες ιδέες του με δράσεις πολυσχιδείς και πολυεπίπεδες, ξεπέρασε ιδεολογικές αγκυλώσεις του καιρού του, υπερβαίνοντας, πολλές φορές, τους κανόνες, τους οποίους εντέλει επηρέασε δραστικά. Εκπροσώπησε επάξια την ελληνική κουλτούρα διεθνώς, την οποία επιχείρησε -και επέτυχε- να διευρύνει, να εμπλουτίσει και, εν τέλει, να ανανοηματοδοτήσει, ουσιαστικά, απαλλάσσοντάς την από την παλαιά ηθογραφία. Αναδείχθηκε σε έναν καθολικό διανοούμενο που, επιλεκτικά, επενέβαινε με ρηξικέλευθες απόψεις στη δημόσια σφαίρα, τηρώντας κριτικές αποστάσεις από την κρατική εξουσία.
Για το 2026, το Υπουργείο Πολιτισμού σε συνεργασία με τους εποπτευόμενους οργανισμούς του, προτίθεται να συγκροτήσει ένα στιβαρό πρόγραμμα δράσεων για την επαναβίωση του έργου και την επανεκτίμηση της πολιτιστικής προσφοράς του Μάνου Χατζιδάκι. Ο Μάνος και η επιδραστική δημιουργική του πορεία να επανασυστηθούν στις νεότερες γενιές, που δεν είχαν την τύχη να συμπορευθούν μαζί του. Να βιώσουν το ξεδίπλωμα της καταλυτικής παρέμβασής του στην Τέχνη και στους προσανατολισμούς του σύγχρονου Ελληνισμού».
(ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ)









