Ο ήχος της σάλπιγγας έσκιζε το πρωινό σαν λεπτή, αόρατη κλωστή. Ήταν καθαρός, σχεδόν διάφανος, κι όμως βαρύς από κάτι που δεν λεγόταν. Στα στρατόπεδα της δεκαετίας του ’60 δεν ήταν απλώς σήμα, ήταν ανάσα, χρόνος, μνήμη.
Ο σαλπιγκτής δεν φυσούσε μόνο μέταλλο, μα ολόκληρη τη ζωή του. Μέσα σε κάθε εγερτήριο κρυβόταν ένα παιδί που κάποτε στεκόταν στη φιλαρμονική και μάθαινε να δίνει μορφή στον αέρα. Και πως ακόμη κι όταν η στολή βάραινε τους ώμους του, ο ήχος του είχε μια ανεξήγητη γλυκύτητα — σαν να θυμόταν.
Κάθε αυγή και κάθε δειλινό, ο κόσμος ξεκινούσε και τελείωνε με τη δική του πνοή. Ένας τέτοιος άνθρωπος, ένας τέτοιος σαλπιγκτής… ήταν ο πατέρας μου.
(Στη φωτογραφία ο πατέρας μου Χρήστος Μεντίζης κατά τη διάρκεια της θητείας του).



