Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Τα παιχνίδια της αλάνας

Παιχνίδια 70 και πλέον ετών… Ξύλο, σίδερο, πηλός, και μια κλωστή, όλα δουλεμένα στο χέρι. Όμως μπορούσαν να κερδίσουν τη χαρά και τον ενθουσιασμό των παιδιών. Αν και αυτά τα παιχνίδια δεν είχαν φωτάκια να αναβοσβήνουν και χρώματα, είχαν κάτι μοναδικό και πολύτιμο. Είχαν περίσσιο χώρο για να στεγάσουν τα παιδικά όνειρα.

Αυτά τα λιτά αντικείμενα, φθαρμένα σήμερα από τον χρόνο, μοιάζουν να κρατούν ακόμη κάτι από τα παιδικά γέλια εκείνων των χρόνων. Μοιάζουν να κρατούν πάνω τους λίγη από τη σκόνη των αυλών, τον ήλιο των καλοκαιριών και τα χέρια των παιδιών που κάποτε τα κράτησαν.

Αυτά τα παιχνίδια είναι πια αναμνήσεις της χαράς που βρισκόταν σε απλά και ευτελή πράγματα της καθημερινότητας.




Όνειρα που χωρούσαν ολόκληρο τον κόσμο

 


Εκείνα τα καλοκαίρια στο Παλαιοχώρι Παγγαίου είχαν τη μυρωδιά του καπνού και του ζεστού χώματος, την μυρωδιά ενός αγροτικού καλοκαιριού. Ανάμεσα στα χωράφια και στις ατέλειωτες δουλειές κάτω από τον αδυσώπητο ήλιο, ένα μικρό παιδί αναζητούσε κρυφά τις δικές του ανάσες.

Τα μικρά του χέρια, κιτρινισμένα ακόμη από την πίκρα του καπνού και τον μόχθο της ημέρας, περίμεναν τη λιγοστή ώρα της ξεκούρασης. Τότε άνοιγε ένα παιδικό βιβλίο ή ένα περιοδικό. Και ξαφνικά, ο κόσμος άλλαζε. Για λίγη ώρα τα καπνόφυλλα, η ζέστη και η κούραση έμεναν έξω από τις σελίδες. Εκεί μέσα υπήρχαν εικόνες, ιστορίες, μακρινά μέρη και όνειρα που χωρούσαν ολόκληρο τον κόσμο.

Ύστερα το περιοδικό έκλεινε βιαστικά και αφηνόταν πάλι στην άκρη, σαν ένα μικρό, ένοχο μυστικό. Γιατί η ζωή περίμενε, ενώ τα χωράφια, τα καπνά και οι δουλειές δεν μπορούσαν να περιμένουν.

Κι όμως, χρόνια αργότερα, εκείνες οι λίγες κλεφτές σελίδες μοιάζουν πιο φωτεινές από ολόκληρα εκείνα τα καλοκαίρια. Γιατί χωρίς να το γνωρίζει τότε το παιδί, μέσα τους είχε φυλαχτεί κάτι πολύ πιο πολύτιμο από μια ιστορία. Φυλάχτηκε ένα μικρό κομμάτι από την παιδική ηλικία του πατέρα μου, από τα όνειρά του και από έναν κόσμο που έφυγε μαζί με εκείνα τα καλοκαίρια που δεν θα γυρίσουν ποτέ.

Η ιστορία πίσω από ένα τοπωνύμιο

Πόσο συχνά ένα τοπωνύμιο μπορεί να κρύβει μια αληθινή ιστορία που ισορροπεί ανάμεσα στη μνήμη, τον θρύλο και τα ιστορικά γεγονότα;

Μια άγνωστη, αλλά συγκλονιστική σελίδα της τοπικής ιστορίας, όπου η προφορική παράδοση συναντά τις ιστορικές πηγές και η συλλογική μνήμη αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπο ενός τόπου που εξακολουθεί να αφηγείται το παρελθόν του…





Το κουρμπάνι του Προφήτη Ηλία


Υπάρχουν έθιμα που δεν γράφτηκαν ποτέ σε βιβλία. Τα κράτησαν ζωντανά οι παλάμες που μοσχοβόλησαν καπνό από τα καζάνια, οι ώμοι που κουβάλησαν ξύλα, οι γέροντες που τα διηγήθηκαν στα εγγόνια τους σαν προσευχή. Ένα από αυτά είναι το κουρμπάνι του Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι του Παγγαίου.

Λίγες μέρες πριν από τη γιορτή, το χωριό άλλαζε ανάσα. Οι νέοι ανηφόριζαν στο βουνό με τα ζώα τους στολισμένα με πολύχρωμες χάντρες και μεγάλα κουδούνια, τα περίφημα «Τσάνια». Έπαιρναν την ευχή του παπά και ξεκινούσαν για το δάσος, εκεί όπου θα έκοβαν τα ξύλα που θα έτρεφαν τη φωτιά του κουρμπανιού. Ήταν μια τελετουργία που ένωνε γενιές, μια υπόσχεση ότι η παράδοση δεν θα σβήσει όσο θα ακούγεται ο ήχος των κουδουνιών να κατηφορίζει από το βουνό.

Κι έπειτα ερχόταν η μεγάλη μέρα.

Τα καζάνια άρχιζαν να σιγοβράζουν από τα χαράματα. Ο αχνός ανέβαινε σαν θυμίαμα στον καλοκαιρινό ουρανό, ανακατεύοντας το άρωμα του κρέατος με τη μυρωδιά του ξύλου και της ρίγανης. Δεν ήταν απλώς φαγητό. Ήταν ευλογία, τάμα, ευχαριστία. Ήταν το μερίδιο που ανήκε σε όλους, είτε είχαν πολλά είτε λίγα. Γύρω από το κουρμπάνι δεν υπήρχαν ξένοι. Όλοι γίνονταν μια μεγάλη οικογένεια, γιατί το κοινό τραπέζι είχε πάντα μεγαλύτερη αξία από το ατομικό πιάτο.

Στο Παλαιοχώρι, ο Προφήτης Ηλίας δεν κατοικεί μόνο στο εκκλησάκι του. Κατοικεί στις μνήμες των ανθρώπων. Στα πρόσωπα εκείνων που επιστρέφουν κάθε Ιούλιο από τα πέρατα της Ελλάδας και του κόσμου, μόνο και μόνο για να ξαναβρεθούν στον τόπο όπου κάποτε κρατούσαν το χέρι του παππού τους. Εκεί όπου έμαθαν πως η παράδοση δεν είναι μια παράσταση για τους επισκέπτες, αλλά ένας δεσμός που ενώνει τους ζωντανούς με όσους έφυγαν.

Κάποτε, όταν τα βράδια δεν τα φώτιζαν οι οθόνες αλλά τα αστέρια, το πανηγύρι κρατούσε ως το ξημέρωμα. Το κλαρίνο έπαιρνε τη θέση της σιωπής, οι κύκλοι του χορού άνοιγαν σαν αγκαλιές και οι ηλικιωμένοι χαμογελούσαν βλέποντας τα παιδιά να συνεχίζουν τα ίδια βήματα που είχαν χορέψει κι εκείνοι. Έτσι ταξίδευε η μνήμη: όχι μέσα από βιβλία, αλλά μέσα από έναν σκοπό, ένα πιάτο κουρμπάνι και έναν ζωηρό χορό.

Το κουρμπάνι του Προφήτη Ηλία δεν είναι μόνο μια γεύση ούτε μόνο ένα θρησκευτικό έθιμο. Είναι η ίδια η ψυχή του χωριού. Είναι η απόδειξη ότι η κοινότητα μπορεί ακόμη να συγκεντρώνεται, να μοιράζεται τον κόπο, την πίστη και τη χαρά. Κι όσο θα αντηχούν τα «Τσάνια» στις πλαγιές του Παγγαίου, όσο θα βράζουν τα καζάνια και θα υψώνεται ο αχνός προς τον ουρανό, το Παλαιοχώρι θα θυμίζει πως οι παραδόσεις δεν επιβιώνουν επειδή διατηρούνται στα μουσεία, αλλά επειδή συνεχίζουν να υπάρχουν στους χτύπους της καρδιάς των ανθρώπων.


Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ευλογία του πανηγυριού: πως κάθε χρόνο, για μία μέρα, ο χρόνος μοιάζει να κάνει πίσω. Οι απόντες επιστρέφουν στη μνήμη, οι παλιοί συναντούν τους νέους, και γύρω από το ίδιο καζάνι το χθες δίνει το χέρι στο σήμερα. Εκεί, γύρω απο το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία και στις πλαγιές του αιώνιου Παγγαίου, το κουρμπάνι δεν χορταίνει μόνο το σώμα, χορταίνει την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου.

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Όταν η ιστορία του τόπου μας εξακολουθεί να αφηγείται τον εαυτό της


Υπάρχουν παραδόσεις που δεν ανήκουν μόνο στο χθες αλλά επιστρέφουν κάθε χρόνο για να θυμίσουν ποιοι είμαστε.

Τα «Τσάνια» του Παλαιοχωρίου Παγγαίου ζωντανεύουν ξανά, φέρνοντας μαζί τους τον ήχο των κουδουνιών, το βηματισμό των αλόγων, τις μνήμες των προγόνων και την ψυχή ενός τόπου που κρατά τις ρίζες του βαθιά στη γη του Παγγαίου.

Οι αναβάτες με τα στολισμένα ζώα και τα χαρακτηριστικά κουδούνια, τα «Τσάνια», ακολουθούν τη διαδρομή προς το βουνό για τη συλλογή ξύλων για το κουρμπάνι του Προφήτη Ηλία, πριν επιστρέψουν στο χωριό μέσα σε γιορτινή πομπή και παραδοσιακό γλέντι. Μια μοναδική εμπειρία μνήμης, πίστης και συλλογικής ταυτότητας που ενώνει τις γενιές και τιμά την πολιτιστική κληρονομιά του Παγγαίου.

Μια διαδρομή που ενώνει πίστη, παράδοση και συλλογική μνήμη. Μια γιορτή που δεν αναπαριστά απλώς το παρελθόν, αλλά το συνεχίζει.

Γιατί όσο ακούγονται τα «Τσάνια», η ιστορία του τόπου μας εξακολουθεί να αφηγείται τον εαυτό της.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Για την αξιοπρέπεια του μόχθου


Κάποτε, στις γωνιές των χωριών, εκεί όπου ο χρόνος κυλούσε αργά σαν ψίθυρος, οι τσαγκάρηδες έφτιαχναν με τα χέρια τους μικρά θαύματα. Η βελόνα τους κεντούσε το φθαρμένο δέρμα, το καλαπόδι κρατούσε τον ρυθμό της τέχνης και κάθε χτύπος του σφυριού έμοιαζε να γιατρεύει όχι μόνο τα παπούτσια, αλλά και τις ατέλειες της ίδιας της ζωής. Στα ταπεινά τους εργαστήρια γεννιόταν η αξιοπρέπεια του μόχθου, ενώ οι μυρωδιές του δέρματος, της κόλλας και του κεριού ενώνονταν με τις αφηγήσεις των περαστικών, σαν να ύφαιναν όλες μαζί τη μνήμη ενός τόπου. Μα οι καιροί άλλαξαν και οι ήχοι εκείνοι χάθηκαν, αφήνοντας πίσω τους μονάχα τη γλυκόπικρη νοσταλγία μιας τέχνης που σβήνει.

Η μνήμη μας ανακαλεί με σεβασμό τη μορφή του τελευταίου τσαγκάρη του Παλαιοχωρίου του Χρήστου Τασιούδη, του γνωστού «Τσώμη», ενός αυθεντικού φύλακα μιας τέχνης που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στις ψυχές και στις διαδρομές του τόπου και των ανθρώπων του.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Ο ήχος της σάλπιγγας


Ο ήχος της σάλπιγγας έσκιζε το πρωινό σαν λεπτή, αόρατη κλωστή. Ήταν καθαρός, σχεδόν διάφανος, κι όμως βαρύς από κάτι που δεν λεγόταν. Στα στρατόπεδα της δεκαετίας του ’60 δεν ήταν απλώς σήμα, ήταν ανάσα, χρόνος, μνήμη.

Ο σαλπιγκτής δεν φυσούσε μόνο μέταλλο, μα ολόκληρη τη ζωή του. Μέσα σε κάθε εγερτήριο κρυβόταν ένα παιδί που κάποτε στεκόταν στη φιλαρμονική και μάθαινε να δίνει μορφή στον αέρα. Και πως ακόμη κι όταν η στολή βάραινε τους ώμους του, ο ήχος του είχε μια ανεξήγητη γλυκύτητα — σαν να θυμόταν.

Κάθε αυγή και κάθε δειλινό, ο κόσμος ξεκινούσε και τελείωνε με τη δική του πνοή. Ένας τέτοιος άνθρωπος, ένας τέτοιος σαλπιγκτής… ήταν ο πατέρας μου.

(Στη φωτογραφία ο πατέρας μου Χρήστος Μεντίζης κατά τη διάρκεια της θητείας του).

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Μεγάλη Παρασκευή


 

Μεγάλη Πέμπτη

 


Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας.
Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων Βασιλεύς.
Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν ἐν Νεφέλαις.
Ράπισμα κατεδέξατο ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ.
Ἥλοις προσηλώθη ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας.
Λόγχῃ ἐκεντήθη ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου.
Προσκυνοῦμεν σου τὰ πάθη, Χριστέ.
Δεῖξον ἡμῖν καὶ τὴν ἔνδοξόν σου ἀνάστασιν!


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου

    


    Στις αυλές με το χώμα και τις ασβεστωμένες πέτρες, εκεί όπου οι φωνές των παιδιών αντηχούσαν σαν μικρές καμπάνες, γεννιόταν σιωπηλά μια βαθιά αγάπη για την πατρίδα. Δεν τη δίδασκαν με λόγια βαριά, μα τη σκόρπιζαν μέσα στα παιχνίδια και στις αυτοσχέδιες παρελάσεις με ξύλινα σπαθιά και σημαίες φτιαγμένες από χαρτί. Εκεί, μέσα στη φαντασία και την αθωότητα, οι έννοιες της ελευθερίας και της θυσίας ρίζωναν απαλά, σαν σπόροι που δεν φαίνονται, μα μεγαλώνουν βαθιά στην ψυχή.

    Και όταν πλησίαζαν οι μέρες των επετείων, όπως η 25η Μαρτίου, όλο το χωριό ή η γειτονιά άλλαζε, τα παιδιά φορούσαν τα καλά τους και στέκονταν με μια παράξενη περηφάνια, χωρίς να καταλαβαίνουν πλήρως το βάρος της στιγμής, μα νιώθοντάς το. Τα ποιήματα που απάγγελλαν και τα τραγούδια που μάθαιναν γίνονταν γέφυρες με το παρελθόν, ένας τρόπος να αγγίξουν την ιστορία όχι σαν μάθημα, αλλά σαν ζωντανή μνήμη. Έτσι, μέσα από μικρές τελετές και μεγάλα όνειρα, μάθαιναν να εκτιμούν ιδανικά που δεν φθείρονται, κουβαλώντας τα αργότερα στη ζωή τους σαν ένα γλυκό, ανεξίτηλο αποτύπωμα.

Χρόνια πολλά Ελλάδα μας!


 

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Σαν γραμμόφωνο....

    


Στο Παλαιοχώρι  του Παγγαίου, τότε που ο χρόνος κυλούσε πιο αργά και οι στιγμές είχαν βάρος και ψυχή, τα καφενεία ήταν ζεστές γωνιές, όπου οι άνθρωποι αντάμωναν μετά τον μόχθο της γης. Μέσα σε καπνούς από τσιγάρα και ψιθύρους κουβέντας, το γραμμόφωνο γύριζε αργά, σκορπίζοντας εκείνον τον βαθύ, ζεστό ήχο που αγκάλιαζε τις καρδιές.

    Οι νότες έμοιαζαν να στάζουν νοσταλγία, να κουβαλούν ιστορίες ανείπωτες, έρωτες που άνθισαν και χάθηκαν, γέλια που αντήχησαν και σιώπησαν. Κάθε τραγούδι ήταν μια ανάμνηση, κάθε μελωδία μια πληγή γλυκιά, που ένωνε τους θαμώνες σε μια σιωπηλή συμφωνία συναισθημάτων.

    Κι εκεί, ανάμεσα σε ποτήρια και βλέμματα χαμένα στο παρελθόν, η ζωή αποκτούσε έναν αλλιώτικο παλμό — βαθύ, ανθρώπινο, αληθινό. Σαν τον ήχο του γραμμοφώνου που ακόμη αντηχεί, κάπου μέσα στον χρόνο.


Οι υπαίθριοι φωτογράφοι του Παλαιοχωρίου Παγγαίου!


Από τη δεκαετία του 1920 μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1960 στο Παλαιοχώρι, που ανθεί οικονομικά κυρίως λόγω της παραγωγής καπνού, δραστηριοποιούνται πολλοί υπαίθριοι ή κατά πολλούς «πλανόδιοι» φωτογράφοι. Οι φωτογράφοι αυτοί ουσιαστικά έβρισκαν τους εν δυνάμει πελάτες τους ώστε να τους φωτογραφίσουν σε πολυσύχναστα μέρη, εκεί που οι άνθρωποι έκαναν την βόλτα τους ή διασκέδαζαν. Τους έβρισκες σε μεγάλες εθνικές γιορτές, σε παρελάσεις, σε πανηγύρια και σε άλλες εκδηλώσεις, κάθε εποχή του χρόνου. Η πρακτική των πλανόδιων φωτογράφων ήταν απλή τραβούσαν φωτογραφίες έπαιρναν μια προκαταβολή και μετά είτε οι πελάτες περνούσαν από το χώρο τους για να παραλάβουν τις φωτογραφίες τους ή οι ίδιοι οι φωτογράφοι τις διένειμαν στη βόλτα ή στα σπίτια των πελατών. Τα χρόνια πέρασαν και το μοναδικό σημάδι αυτών των φωτογράφων διασώθηκε στην πίσω πλευρά κάποιων φωτογραφιών… Συναντούμε το λογότυπο «ΦΩΤΟ – ΠΑΓΓΑΙΟΝ» του Σάββα Χατζησάββα, το «ΦΩΤΟ – ΛΟΥΚΑΣ» του Λουκά Κυρκόπουλου, το «ΦΩΤΟ – ΛΑΚΗΣ», ΤΟ «ΦΩΤΟ – Β. ΧΑΤΖΗΣΦΕΤΚΟΥ», του Βασίλη Χατζησφέτκου, το «ΦΩΤΟ – ΝΑΥΤΑΚΗ» και το «ΦΩΤΟ – ΓΚΙΣΔΑΒΙΔΗΣ».

Οι «καλαμποκιέρες» στο Παλαιοχώρι Παγγαίου!


Αυτή την περίοδο οι μηχανές …έπαιρναν φωτιά, ήταν άλλωστε η εποχή που τα καλαμπόκια από τη βάλτα έφταναν στο χωριό, στις «κλούβες», ως «κουμπάκες». Και μετά ερχόταν η ώρα της καλαμποκιέρας, αυτής της μηχανής που έβγαζε το καλαμπόκι από τα κοτσάνια και διευκόλυνε πολύ τους παραγωγούς. Έβαζαν τις κουμπάκες και έπαιρναν, καθαρό, το πολυπόθητο καλαμπόκι. Σήμερα οι καλαμποκιέρες είναι μια ανάμνηση που ελάχιστα ξεπροβάλει απ’ την αχλή της λήθης…

Ο μπαρμπα - Μανώλης...


 Αδρές μνήμες και χρώματα....

    "Διάφανη, λεπτή κρυστάλλινη ήταν η επιδερμίδα στο πρόσωπό του. Στολισμένη με μελανοκόκκινες σπασμένες μικρές φλεβίτσες. Μικροσκοπικά αιμάτινα ρυάκια. Περισσότερο τα προεξέχοντα μήλα στολισμένα ήταν, χαρίζοντας σ’ όλο το πρόσωπό του, ένα απαλό ροδοκόκκινο χρώμα. Σαν από ντροπή. Μύτη λεπτή και μάτια σκούρα καφετιά, γυαλιστερά σαν των πουλιών. Όμορφη όψη, γοητευτική. Πουκάμισο λευκό κουμπωμένο ως και το τελευταίο κουμπί, στριμώχνοντας και αναγκάζοντας την επιδερμίδα του λαιμού του να ξεχειλίζει. Γιλέκο σκούρο, και στο τσεπάκι του το ασημί ρολόι με την αλυσιδίτσα του να κρέμεται απ’ έξω. Σακάκι επίσης σκούρο με πολύ ψιλές δυσδιάκριτες χρωματιστές ρίγες. Παντελόνι μαύρο, τσόχινο, φαρδύ, με το υφασμάτινο ζωνάρι τυλιγμένο δυο τρεις φορές γύρω από τη μέση του. Απαραίτητη και η τραγιάσκα. Τον χειμώνα για το κρύο και το καλοκαίρι για τον ήλιο. Σκληρά και γερά μαύρα παπούτσια. Για το περπάτημα. Ατέλειωτο περπάτημα. Λόγω της δουλειάς του. Μόνιμο πηγαίο χαμόγελο και μια σπάνια ευγένεια και καλοσύνη τα επιπλέον στολίδια στο πρόσωπό του. Ωραία παρουσία, όμορφο πρόσωπο και με πολλές επιτυχίες στις γυναίκες. Καρδιοκατακτητής.

    Και η φωνή του, γλυκιά καμπάνα. Ως και έκθεση στη τρίτη Δημοτικού μια φορά είχε βάλει ο δάσκαλος, με θέμα: «Ο μπάρμπα Μανώλης, το αηδόνι του χωριού μας». Σε όλο το χωριό ακούγονταν. Κελαριστή, μελωδική, με μια γλυκιά ζεστή βραχνάδα απόλυτα ερωτική, ήταν η φωνή του. Καρδιοχτυπούσαν οι γυναίκες ακούγοντάς τον.

    Ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές σταμπόλια και καμπάδικες, λάχανα, πράσα, κουνουπίδια και ότι άλλο ζαρζαβατικό καλλιεργούσε στο χωράφι του.

    Όλα τα χωριά γυρνούσε ο μπάρμπα Μανώλης με το άλογό του στην αρχή και το γαϊδουράκι με το κάρο τα επόμενα χρόνια. Και αυτός ανεβασμένος πάνω όταν ήταν ισιάδα, ποδαράτα δίπλα στο ζωντανό κρατώντας το καπίστρι όταν ο δρόμος ήταν ανηφορικός. Και είχε μπόλικες ανηφόρες στα χωριά μας, χτισμένα τα πιο πολλά στους πρόποδες του βουνού τού Ορφέα, του όμορφου κατάφυτου και δροσερού Παγγαίου. Από τα χαράματα ξεκινούσε η μέρα του. Μάζευε τα ζαρζαβατικά τής εποχής, τα αράδιαζε όμορφα στα ξύλινα κασάκια, τα φόρτωνε στο κάρο, έζευε το ζωντανό και ξεκινούσε παίρνοντας τον δημόσιο δρόμο, ενόσω ακόμα ο Αυγερινός δήλωνε με την παρουσία του το τελείωμα της νύχτας και το ξεκίνημα της μέρας. Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή δυτικά, Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο ανατολικά. Όταν η κατεύθυνσή του ήταν προς τα δυτικά περνούσε πρώτα από ένα χωριό χαμηλά στον κάμπο και μετά από μια ισιάδα δύο περίπου χιλιομέτρων, έπαιρνε τον δύσκολο ανηφορικό δρόμο για το δικό μου χωριό. Από τα πρώτα ακόμα σπίτια της Δρυάδας χαμηλά στην είσοδο του χωριού ακούγονταν. Από κει έφτανε η φωνή του στα τελευταία σπίτια, ψηλά, στις καστανιές. (…).

    Γενιές μεγάλωσαν μαζί του. Και πέρασαν κι άλλα χρόνια κι ήρθαν τα αυτοκίνητα με τα σκληρόφωνα μεγάφωνα, χάθηκε ο Μπάρμπα Μανώλης, έλειψε η φωνή του, έφυγαν και “έφυγαν” οι άνθρωποι. Άλλοι σε ξένα μέρη πήγαν και άλλοι ψηλά ταξίδεψαν. Πολλά σπίτια έκλεισαν και ερήμωσαν οι γειτονιές. Χρόνια και χρόνια πέρασαν, σαν μια στιγμή να ήταν, ούτε καν μιας ανάσας χρόνος (…)".

(Απόσπασμα διηγήματος του Άγγελου Τσανάκα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωϊνή», στις 25 Μαρτίου 2018)

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

ΥΠΠΟ: Αφιερωματικό έτος στο Μάνο Χατζιδάκι, το 2026

  


 Ανήμερα  των εκατοστών γενεθλίων του, το Υπουργείο Πολιτισμού ανακηρύσσει το 2026, ως αφιερωματικό έτος στο Μάνο Χατζιδάκι. Απειροελάχιστος φόρος τιμής στον κορυφαίο συνθέτη που τόλμησε, μεταπολεμικά, να σμίξει σε εξαίσιες μουσικές  τη λόγια μουσική με την παράδοση, φέρνοντας και τη λαϊκή μουσική στο προσκήνιο.

    Η απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού αποτελεί  τη  δίκαιη  αναγνώριση   στο  πλούσιο  έργο  του  διεισδυτικού δημιουργού, που υπηρέτησε, με αφοσίωση, με κοινωνική διάκριση και ευαισθησία την Ελλάδα και τον Πολιτισμό. Διδάσκοντας με το ελεύθερο πνεύμα του, τις ειλικρινείς παραινέσεις του, τις ανιδιοτελείς πολιτικές παρεμβάσεις του, αντέταξε απέναντι  στο  χυδαίο λαϊκισμό,  τη βαθιά  παιδεία,  την πίστη του στην ελευθερία και τα ανθρώπινα ιδεώδη. Το έργο του, ήδη τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να γονιμοποιεί την σύγχρονη μουσική παραγωγή, απολαμβάνοντας μοναδική απήχηση. 

    Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, αναφερόμενη στην ανακήρυξη του έτους 2026, ως αφιερωματικού στο Μάνο Χατζιδάκι,  δήλωσε: «Ο Μάνος Χατζιδάκις, ως δημιουργός αλλά και ως διανοούμενος, κατάφερε να επιβάλει τους δικούς του κανόνες παραγωγής στη μουσική του δημιουργία, αλλά και στη διάδοση των φιλελεύθερων ιδεών του, μέσω γραπτών και δημόσιων παρεμβάσεων,  ενίοτε αποκλίνοντας, συνειδητά, από τις κυρίαρχες τάσεις της εποχής του. Υλοποιώντας τις πρωτότυπες ιδέες του με δράσεις πολυσχιδείς και πολυεπίπεδες, ξεπέρασε ιδεολογικές αγκυλώσεις του καιρού του, υπερβαίνοντας, πολλές φορές, τους κανόνες, τους οποίους εντέλει επηρέασε δραστικά. Εκπροσώπησε επάξια την ελληνική κουλτούρα  διεθνώς, την οποία επιχείρησε -και επέτυχε- να διευρύνει, να εμπλουτίσει και, εν τέλει, να ανανοηματοδοτήσει, ουσιαστικά, απαλλάσσοντάς την  από την παλαιά ηθογραφία. Αναδείχθηκε σε έναν καθολικό διανοούμενο που, επιλεκτικά, επενέβαινε με ρηξικέλευθες απόψεις στη δημόσια σφαίρα, τηρώντας κριτικές αποστάσεις από την  κρατική εξουσία.

    Για το 2026, το Υπουργείο Πολιτισμού σε συνεργασία με τους εποπτευόμενους οργανισμούς του, προτίθεται να  συγκροτήσει ένα στιβαρό πρόγραμμα δράσεων για την επαναβίωση του έργου και την επανεκτίμηση της πολιτιστικής προσφοράς του Μάνου Χατζιδάκι. Ο Μάνος και η επιδραστική δημιουργική του πορεία να επανασυστηθούν στις νεότερες γενιές, που δεν είχαν την τύχη να συμπορευθούν μαζί του. Να βιώσουν  το ξεδίπλωμα της καταλυτικής παρέμβασής του στην Τέχνη και στους προσανατολισμούς του σύγχρονου Ελληνισμού».

(ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ)

«Συλλογές Τατοΐου: Ξεκλειδώνοντας τον υλικό πολιτισμό και την ιστορία ενός αιώνα»


    
Παρουσία της Υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη, στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη, παρουσιάστηκε το έργο «Συλλογές Τατοΐου: Ξεκλειδώνοντας τον υλικό πολιτισμό και την ιστορία ενός αιώνα», ένα πρωτοποριακό εγχείρημα του Υπουργείου Πολιτισμού για την τεκμηρίωση, καταγραφή και ψηφιοποίηση των κινητών μνημείων του πρώην βασιλικού κτήματος Τατοΐου. Η διαδικτυακή Πύλη (https://tatoicollections.culture.gov.gr/), που δημιούργησε η Διεύθυνση Διαχείρισης Εθνικού Αρχείου Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, αποδίδει στο κοινό τη μεγαλύτερη συλλογή του είδους της, στη χώρα, αφιερωμένη στις καλές και εφαρμοσμένες τέχνες, την ιστορία και τον υλικό πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας.


    Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη στον χαιρετισμό της σημείωσε: «Παρά τη δεδομένη ιστορική σημασία του κτήματος του Τατοίου -καθώς και την υψηλή περιβαλλοντική του αξία, παρέμενε επί δεκαετίες παραμελημένο και αναξιοποίητο από την Ελληνική Πολιτεία, εξ αιτίας ιδεοληψιών και εσφαλμένης νοοτροπίας, στην προσέγγιση της νεότερης ιστορίας μας. Η διαχειριστική ευθύνη του κτήματος πέρασε στην Ελληνική Πολιτεία, μετά την πολιτειακή μεταβολή, που επέφερε το δημοψήφισμα του 1974, και κυρίως μετά την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου του Στρασβούργου, το 2003, η οποία αφορούσε το θέμα της λεγόμενης βασιλικής περιουσίας. Το 2019, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συμπεριέλαβε την προστασία, τη συντήρηση και την ανάδειξη του Τατοΐου μεταξύ των εμβληματικών προγραμματιζόμενων έργων της Κυβέρνησής του. Έκτοτε, υπό το γενικό συντονισμό του Υπουργείου Πολιτισμού, στο π. βασιλικό κτήμα υλοποιείται –με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, του ΕΣΠΑ 2014-2020 και 2021-2027, του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης και ιδιωτικών δωρεών– ένα εξαιρετικά εκτεταμένο και σύνθετο πρόγραμμα έργων συντήρησης, αποκατάστασης και ανάδειξης του ιστορικού πυρήνα του κτήματος. 


Στα 1690 στρέμματα, που καταλαμβάνει ο ιστορικός πυρήνας, βρίσκονται κτήρια-μνημεία, εντός των οποίων βρέθηκαν στοιβαγμένα σε εξαιρετικά κακές συνθήκες, χιλιάδες κινητά αντικείμενα, πολλά εκ των οποίων έχουν χαρακτηριστεί μνημεία, σύμφωνα με το εθνικό θεσμικό πλαίσιο της προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Το σύνολο των υλοποιούμενων έργων, τα οποία στην πρώτη και κύρια φάση τους έχουν ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2026, εντάσσεται σε ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο σχέδιο για τη μετατροπή και αξιοποίηση του Τατοΐου ως ανοιχτού και προσβάσιμου περιαστικού χώρου πρασίνου πολλαπλών δραστηριοτήτων, ελκυστικού για όλες τις κατηγορίες πολιτών καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. 


Ο όλος σχεδιασμός αποσκοπεί στην ανάδειξη του κτήματος ως χώρου ιστορικής μνήμης, πολιτισμού, εκπαίδευσης, περιβαλλοντικής αγωγής και αναψυχής εντός του αποκατεστημένου και προστατευόμενου φυσικού τοπίου, με σεβασμό στην ιδιαίτερη φυσιογνωμία του και στην παράλληλη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς του».

    Αναφερόμενη στη εργώδη προσπάθεια που καταβάλλεται για την καταγραφή, ψηφιοποίηση και τεκμηρίωση των αντικειμένων και την ιστορική τους σημασία, είπε: «Η τεκμηρίωση και η ψηφιοποίηση των Συλλογών Τατοΐου, δεν είναι απλώς μια πράξη διάσωσης. Είναι μια πράξη γνώσης και ευθύνης απέναντι στην ιστορία. Κάθε αντικείμενο αποκτά τη δική του φωνή και θέση, σε ένα ευρύτερο αφήγημα που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για την έρευνα, την εκπαίδευση και τη δημόσια κατανόηση της ιστορίας. Η τεκμηρίωση δεν είναι μια εφάπαξ ενέργεια· αλλά μια μακρά, σύνθετη και επιστημονικά απαιτητική διαδικασία. Ξεκινά από την απογραφή, συνεχίζεται με τη μελέτη, την έρευνα και την ταύτιση, και ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, κάθε αντικείμενο αποκτά ταυτότητα, περιεχόμενο και σημασία».

 


   Στην Πύλη παρουσιάζονται σήμερα περισσότερα από 70.000 τεκμηριωμένα αντικείμενα, προσφέροντας μια σπάνια, πολυεπίπεδη εικόνα της ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας, από τον 19ο έως τον 20ό αιώνα. Με επίκεντρο την ευρωπαϊκή τέχνη και το design του 19ου και του 20ού αιώνα, οι Συλλογές Τατοΐου εκτείνονται χρονικά και γεωγραφικά από την ελληνική αρχαιότητα έως τα καθημερινά αντικείμενα της δεκαετίας του '60 και από την Ευρώπη έως την Άπω Ανατολή. Έπιπλα, έργα τέχνης, είδη μεταλλοτεχνίας, πορσελάνες, κοσμήματα, ενδύματα, στρατιωτικός εξοπλισμός, παράσημα, βιβλία, αντικείμενα λατρείας και προσωπικά τεκμήρια συνθέτουν ένα μοναδικό πολιτιστικό σύνολο, που αποκαλύπτει πτυχές της καλλιτεχνικής παραγωγής, της καθημερινότητας και της πολιτικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας.

  


 «Η ψηφιοποίηση και η ψηφιακή καταγραφή και τεκμηρίωση, σημείωσε η Υπουργός,   των συλλογών των κινητών αντικειμένων του Τατοΐου, που βαίνει σταδιακά προς ολοκλήρωση, σηματοδοτεί, παράλληλα, την ένταξη και την ενσωμάτωσή τους στα πληροφοριακά συστήματα του Εθνικού Αρχείου Μνημείων. Τα τελευταία χρόνια, μετά την ολοκλήρωση της κύριας φάσης ανάπτυξης και απόδοσης των πληροφοριακών αυτών συστημάτων σε παραγωγική χρήση από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, η Ελλάδα έχει πλέον δημιουργήσει όλη την απαραίτητη υποδομή και διαθέτει επιτέλους εν λειτουργία το Εθνικό Αρχείο Μνημείων. Το Εθνικό Αρχείο Μνημείο είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για την ανάπτυξη και εφαρμογή όλων των δημοσίων πολιτικών για την προστασία, συντήρηση, ανάδειξη και αξιοποίηση του πολιτιστικού αποθέματος της πατρίδας μας. Σημειωτέον ότι η συγκρότησή του προβλεπόταν από τη θέσπιση του ισχύοντος Αρχαιολογικού Νόμου, ήδη, από το 2002. Πρόκειται για ένα πλήρως ψηφιακό Αρχείο για την καταγραφή, τεκμηρίωση, παρακολούθηση, προστασία, διαχείριση και προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας, που επιτρέπει στις Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και στους συνεργαζόμενους φορείς να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή την ταυτότητα, τη θέση και την κατάσταση διατήρησης όλων των στοιχείων της υλικής πολιτιστικής κληρονομιάς ανά την Επικράτεια, το νομικό και διαχειριστικό καθεστώς τους, καθώς και την προσβασιμότητα και διαθεσιμότητά τους. Η ύπαρξη αυτού του ψηφιακού εργαλείου καθιστά δυνατό τον αναλυτικό και τεκμηριωμένο σχεδιασμό της προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς και της εθνικής περιουσίας μέσω της πλήρους αξιοποίησης σύνθετων δεδομένων. Συγχρόνως, επιτρέπει τη συνεχή αναπροσαρμογή της στρατηγικής της διαχείρισης βάσει των εκάστοτε αναγκών σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό-οικονομικό πλαίσιο. Υπό αυτό το πρίσμα, το Εθνικό Αρχείο Μνημείων αποτελεί σημαντικότατο κεφάλαιο και αφετηρία αναπτυξιακής δυναμικής. Πάνω στη θεμελιώδη αυτή υποδομή ψηφιακών εφαρμογών και περιεχομένου, που δεν είναι στατική αλλά εξελίσσεται, αναβαθμίζεται και επεκτείνεται διαρκώς, το Υπουργείο Πολιτισμού οικοδομεί πλέον ένα δίκτυο διασυνδεδεμένων υπηρεσιών και προϊόντων. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται νέες δυνατότητες προβολής και αξιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς παρέχεται πρόσβαση στα πολιτιστικά αγαθά με τρόπους που δεν είναι δυνατοί από τα παραδοσιακά και συμβατικά μέσα. Έτσι, συμβάλλουν καίρια, ώστε η πολιτιστική κληρονομιά να καταστεί πολλαπλασιαστής της τοπικής, περιφερειακής και εθνικής αναπτυξιακής δυναμικής και ανταγωνιστικότητας».

 


   Η Λίνα Μενδώνη αναφέρθηκε και στη σημασία  τη καταγραφής και τεκμηρίωσης του υλικού: «Η καθ' ύλην αρμόδια Διεύθυνση προχώρησε και συνεχίζει τη συνολική και συστηματική καταγραφή και τεκμηρίωση του συνόλου των αντικειμένων. Μέσω δύο συγχρηματοδοτούμενων έργων, με συνολικό προϋπολογισμό 2,87 εκατομμυρίων ευρώ, προβλέπεται, έως το τέλος του έτους, να έχουν ψηφιοποιηθεί, καταγραφεί και τεκμηριωθεί περισσότερα από 90.000 αντικείμενα των συλλογών του Τατοΐου, από πολυμελή ομάδα ειδικών επιστημόνων και στελεχών του Υπουργείου, με την υποστήριξη εξωτερικών εμπειρογνωμόνων, εγνωσμένου κύρους. Κάθε αντικείμενο αποκτά τη δική του θέση και φωνή σε ένα ευρύτερο αφήγημα που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για την έρευνα, την εκπαίδευση και τον περαιτέρω πολιτιστικό σχεδιασμό». Με τη σημερινή δημοσιοποίηση της διαδικτυακής πύλης και της έντυπης έκδοσης, μας δίνεται πραγματικά μια εξαιρετική πρόγευση, εξάπτοντας το ενδιαφέρον μας σχετικά με την επικείμενη ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη παρουσίαση των συλλογών στους νέους μουσειακούς χώρους του κτήματος Τατοΐου, που θα εκτείνονται –πέραν της ανακτορικής έπαυλης– και σε άλλα κτίσματα, καλύπτοντας ποικίλες επιμέρους θεματικές. Είμαι βέβαιη ότι η επικείμενη ολοκλήρωση του συνόλου των εν εξελίξει έργων, που υλοποιούν πέντε συνολικά Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού στο πρώην βασιλικό κτήμα Τατοΐου, θα δικαιώσει απολύτως το σύνολο της προσφοράς τους και τις προσδοκίες όλων μας».

 


   Η Υπουργός κλείνοντας αναφέρθηκε στην έντυπη έκδοση του Υπουργείου Πολιτισμού "Ξεκλειδώνοντας το Τατόι" η οποία περιέχει, συνοπτικά, μέρος των συλλογών του. «Η έκδοση αυτή δίνει στο κοινό τη δυνατότητα να αποκτήσει μια πρώτη επαφή με την άγνωστη έως σήμερα συλλογή αντικειμένων, που πλαισιώνεται από ένα εξίσου άγνωστο αρχείο εγγράφων, φωτογραφιών και άλλων χαρτώων τεκμηρίων, το οποίο ταξινομείται, ψηφιοποιείται και συντηρείται συστηματικά, προκειμένου να αποδοθεί και αυτό, μαζί με τα βιβλία των επιμέρους βιβλιοθηκών των μελών της τέως βασιλικής οικογένειας, στους μελετητές- αρχικά με ψηφιακή πρόσβαση και στη συνέχεια με φυσική. Τη διάσωση, τη μελέτη και την ανάδειξη αυτού του πολύτιμου ιστορικού και πολιτιστικού κεφαλαίου, που συνδέεται άρρηκτα με μια από τις πιο κρίσιμες και συνάμα γόνιμες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, η οποία σημαδεύτηκε από τους αγώνες της εθνικής ολοκλήρωσης, τη Μεγάλη Ιδέα, αλλά και τον Εθνικό Διχασμό, τη Μικρασιατική Καταστροφή, τους μεγάλους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και τη θεμελίωση του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, την οφείλουμε στις Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού. Εν προκειμένω, στη Διεύθυνσης Διαχείρισης Εθνικού Αρχείου Μνημείων. Για την καθοριστική συμβολή τους, θα ήθελα να συγχαρώ και να ευχαριστήσω θερμά τα στελέχη της Διεύθυνσης Διαχείρισης Εθνικού Αρχείου Μνημείων στο πρόσωπο της προϊσταμένης της Δρος Μαρίας Ξένης Γαρέζου».

(ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ)

Αποκαθίσταται και αναδεικνύεται ο περίκεντρος ναός, στη Μαξιμιανούπολη

     


Στην αποκατάσταση και ανάδειξη του περίκεντρου ναού στον αρχαιολογικό χώρο της Μαξιμιανούπολης, σημαίνουσα πόλη της Θράκης, στην πεδιάδα της Ροδόπης,  προχωρά το Υπουργείο Πολιτισμού. Το έργο επικεντρώνεται σε τέσσερα κρίσιμα τμήματα του ναού: Το μαρμάρινο τέμπλο, το βόρειο αρκοσόλιο, το νότιο αρκοσόλιο και τη νοτιοδυτική γωνία του νάρθηκα. Κύρια ζητήματα που αντιμετωπίζονται είναι η μέτρια κατάσταση διατήρησης και η κρίσιμη δομική παθολογία του μνημείου, η απώλεια δομικού υλικού, οι παραμορφώσεις και η αστάθεια. Το έργο, προϋπολογισμού 1.500.000 ευρώ, χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ο ναός έφερε γραπτό διάκοσμο, που σώζεται αποσπασματικά και σε χαμηλό ύψος, καθώς και πλούσιο γλυπτό διάκοσμο (τέμπλο, άμβωνας), τμήμα του οποίου διασώζεται στον χώρο. Εντός του ναού έχει εντοπιστεί πλήθος ταφών, που χρονολογούνται μετά τον 11ο αιώνα. Η πόλη καταστράφηκε οριστικά, μετά την επιδρομή του τσάρου Ιωάννη Καλογιάννη. Ωστόσο υπήρξε από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της Θράκης, στη βυζαντινή περίοδο, μαζί με την Αναστασιούπολη–Περιθεώριο.

    Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Η ιστορική σημασία της Μαξιμιανούπολης είναι αναμφισβήτητη, παρά το γεγονός ότι γνώρισε ολοκληρωτική καταστροφή και εγκαταλείφθηκε τον 13ο αιώνα. Οι ανασκαφές στον περίκεντρο ναό, εκτός από τα σημαντικά τεκμήρια και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός σπουδαίου μνημείου, αποκάλυψαν και έναν ανεπτυγμένο οικισμό,  που παρήγαγε πλούσια δείγματα βυζαντινής εφυαλωμένης κεραμικής. Το έργο αφορά στην αποκατάσταση και την ανάδειξη του μνημείου, καθώς και στη συντήρηση του τοιχογραφικού διακόσμου, των δαπέδων και των μαρμάρινων μελών του. Οργανικά τμήματα του ναού αποκαθίστανται, όπως το σύνθρονο, το τέμπλο και ο άμβωνας, ενώ βελτιώνεται η προσβασιμότητά του. Με την ολοκλήρωση του έργου ένα ακόμη σημαντικό μνημείο προστίθεται στον πολιτιστικό χάρτη της Ροδόπης».

    Οι εργασίες δομικής αποκατάστασης του βορείου αρκοσολίου περιλαμβάνουν την  προστασία των τοιχογραφημένων τμημάτων του, την καθαίρεση σαθρών υλικών και την αναδόμηση του χαμένου κάτω τόξου. Αντίστοιχες εργασίες, δομικής αποκατάστασης, καθαίρεσης, συμπλήρωσης και μερικής αναδόμησης του χαμένου τόξου, γίνονται και στο νότιο αρκοσόλιο. Στη νοτιοδυτική γωνία του νάρθηκα, οι εργασίες αφορούν σε καθαίρεση σαθρών υλικών και εφαρμογή νέων. Με βάση την υδραυλική μελέτη αντιμετωπίζεται η διαχείριση των όμβριων απορροών στον αρχαιολογικό χώρο, ενώ σύμφωνα με την φυτοτεχνική μελέτη επιτυγχάνεται η αποτελεσματική προστασία του μνημείου από την αυτοφυή βλάστηση.

    Η Μαξιμιανούπολη (μετέπειτα Μοσυνόπολη) ήταν οχυρωμένη πόλη της αιγαιακής Θράκης, κοντά στη σημερινή Κομοτηνή, κτισμένη στη θέση του αρχαίου οικισμού Παισούλαι. Ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό και άκμασε από τον 4ο αι. μ.Χ., με ισχυρά τείχη και σημαντικό εκκλησιαστικό ρόλο, ως έδρα επισκόπου και αργότερα αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή. Από τον 7ο έως τον 9ο αι. εξελίχθηκε σε κέντρο του βυζαντινού θέματος του Βολερού. Στον 11ο αιώνα ανεγέρθηκε ο επισκοπικός ναός με σπάνιο ακανόνιστο εξάγωνο σχήμα, πολυτελή μαρμάρινα και γλυπτά διακοσμητικά στοιχεία, καθώς και βαπτιστήριο. Οι ανασκαφές (1999–2008) αποκάλυψαν το μνημείο, πλήθος ταφών και ευρήματα βυζαντινής κεραμικής (12ος–13ος αι.).

(ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ)

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

Πριν από 113 χρόνια... Η απελευθέρωση του Παγγαίου!

 

Το Σώμα του Δούκα Ζέρβα στο Παγγαίο

Εκατόν δεκατρία χρόνια συμπληρώθηκαν από την απελευθέρωση του Παγγαίου από τον οθωμανικό ζυγό. Τέτοιες μέρες, τον Οκτώβριο του 1912, οι Έλληνες της περιοχής αποκτούσαν την ελευθερία τους μετά από πέντε αιώνες σκλαβιάς.

Όπως αναφέρει σε μια καταγραφή του, ο τότε δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Παλαιοχωρίου Ξενοφών Μαλαμίδης, από την κήρυξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου στις 5 Οκτωβρίου 1912, όλοι οι Έλληνες της επαρχίας Παγγαίου, «με αγωνίαν παρηκολουθούμεν τας επιχειρήσεις και με ανεκλάλητον χαράν επληροφορούμεθα την πρόοδον και τας νίκας των Ελληνικών Στρατευμάτων». Ήδη, όπως αναφέρει, το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να επεξεργάζονται τρόπους για να συμμετάσχουν στον αγώνα για την ελευθερία. Τα πράγματα γίνονταν δυσκολότερα αφού την περιοχή, μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιβουλεύονταν και οι Βούλγαροι, οι οποίοι ήδη κατευθύνονταν προς τη Δράμα.

Παρ’ όλα αυτά ομάδα Ελλήνων προσκόπων με αρχηγό τον οπλαρχηγό καπετάν Δούκα Ζέρβα, εγκαταστάθηκε στο Ροδολείβος και είχε επαφή με τον Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως και αργότερα εθνομάρτυρα Γερμανό, προκειμένου να κατευθυνθεί προς την Ελευθερούπολη και να απελευθερώσει ολόκληρη την επαρχία Παγγαίου.

Τις επόμενες ημέρες η Δράμα έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων και αυτό ανάγκασε τον Μητροπολίτη Γερμανό να παροτρύνει τον Δούκα Ζέρβα να επισπεύσει την κατάληψη της Ελευθερούπολης για να μην τον προλάβουν οι Βούλγαροι. Παρ’ όλα αυτά ο οπλαρχηγός ήταν επιφυλακτικός μια και δεν είχε ισχυρή δύναμη.

Στα μέσα Οκτωβρίου, Βούλγαροι κομιτατζήδες εισήλθαν στην Καβάλα και άρχισαν να σκοτώνουν και να ληστεύουν πλούσιους Οθωμανούς. Παρακολουθώντας τις εξελίξεις και φοβούμενος μήπως οι Βούλγαροι φθάσουν στην Ελευθερούπολη πριν από τους Έλληνες, ο Μητροπολίτης Γερμανός απέστειλε στο Ροδολείβος τον ιερέα Νικόλαο Οικονόμου, με επιστολή του προς τον Δούκα Ζέρβα για να σπεύσει να καταλάβει την πόλη.

Έτσι, στις 17 Οκτωβρίου, ο οπλαρχηγός ξεκίνησε από το Ροδολείβος με κατεύθυνση την Ελευθερούπολη, και στο πέρασμα του αφόπλιζε τα οθωμανικά αποσπάσματα. Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι οι κάτοικοι του Παλαιοχωρίου, μόλις έμαθαν ότι ο Καπετάν Δούκας φτάνει στην περιοχή, αφόπλισαν τους Οθωμανούς και οπλισμένοι πλέον κατευθύνθηκαν στην κεντρική οδό για να προϋπαντήσουν το τμήμα του οπλαρχηγού, και στη συνέχεια όλοι μαζί κατευθύνθηκαν προς την Ελευθερούπολη, όπου, στην τοποθεσία που βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο «Αμβράζη», τους υποδέχθηκαν οι οθωμανικές πολιτικές αρχές και συγκεκριμένα ο έπαρχος, ο οικονομικός έφορος, ο αστυνόμος κλπ, «κομίζοντες άρτον και άλας επί δίσκου, ως και ξίφος ανεστραμμένον». Εκεί βρίσκονταν ο Μητροπολίτης Γερμανός με τους ιερείς που φορούσαν τα άμφια τους, οι μαθητές των σχολείων, η φιλαρμονική μουσική και όλος ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης. «Οι κώδωνες της εκκλησίας κρούουν χαρμοσύνως, η φιλαρμονική μουσική παιανίζει τον Εθνικόν Ύμνον και διάφορα εμβατήρια. Οι μαθηταί και μαθήτριαι άδωσι πατριωτικά άσματα. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά κλαίουν από χαρά και ανεκλάλητον ενθουσιασμόν Ελληνικαί σημαίαι ανεπετάσθησαν εις πλείστα οικήματα. Η χαρά του λαού είναι αδύνατον να περιγραφεί», παρατηρεί ο Ξ. Μαλαμίδης.

Στη συνέχεια ο Μητροπολίτης αφού ασπάστηκε τον οπλαρχηγό οδήγησε την πομπή προς το διοικητήριο της πόλης, όπου και ο Καπετάν Δούκας εγκαθίσταται στην μέχρι τότε έδρα του Οθωμανού έπαρχου.

Δυστυχώς, τέσσερις μέρες μετά οι Βούλγαροι που βρίσκονταν στην Καβάλα πληροφορήθηκαν ότι στην Ελευθερούπολη δεν υπάρχει τακτικός στρατός και με μια διμοιρία στρατού έφτασαν στην πόλη και εκδίωξαν τον Καπετάν Δούκα. Μετά από αυτά, τις παραμονές των Χριστουγέννων, έφτασε στην περιοχή ο ελληνικός στρατός που απελευθέρωσε τα χωριά του Παγγαίου, ενώ η Ελευθερούπολη έμεινε στα χέρια των Βουλγάρων μέχρι τις 26 Ιουνίου 1913, οπότε και αποβιβάστηκε ελληνικός στρατός στην Καβάλα για να απελευθερωθεί ολόκληρη η Μακεδονία.