Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Σαν γραμμόφωνο....

    


Στο Παλαιοχώρι  του Παγγαίου, τότε που ο χρόνος κυλούσε πιο αργά και οι στιγμές είχαν βάρος και ψυχή, τα καφενεία ήταν ζεστές γωνιές, όπου οι άνθρωποι αντάμωναν μετά τον μόχθο της γης. Μέσα σε καπνούς από τσιγάρα και ψιθύρους κουβέντας, το γραμμόφωνο γύριζε αργά, σκορπίζοντας εκείνον τον βαθύ, ζεστό ήχο που αγκάλιαζε τις καρδιές.

    Οι νότες έμοιαζαν να στάζουν νοσταλγία, να κουβαλούν ιστορίες ανείπωτες, έρωτες που άνθισαν και χάθηκαν, γέλια που αντήχησαν και σιώπησαν. Κάθε τραγούδι ήταν μια ανάμνηση, κάθε μελωδία μια πληγή γλυκιά, που ένωνε τους θαμώνες σε μια σιωπηλή συμφωνία συναισθημάτων.

    Κι εκεί, ανάμεσα σε ποτήρια και βλέμματα χαμένα στο παρελθόν, η ζωή αποκτούσε έναν αλλιώτικο παλμό — βαθύ, ανθρώπινο, αληθινό. Σαν τον ήχο του γραμμοφώνου που ακόμη αντηχεί, κάπου μέσα στον χρόνο.


Οι υπαίθριοι φωτογράφοι του Παλαιοχωρίου Παγγαίου!


Από τη δεκαετία του 1920 μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1960 στο Παλαιοχώρι, που ανθεί οικονομικά κυρίως λόγω της παραγωγής καπνού, δραστηριοποιούνται πολλοί υπαίθριοι ή κατά πολλούς «πλανόδιοι» φωτογράφοι. Οι φωτογράφοι αυτοί ουσιαστικά έβρισκαν τους εν δυνάμει πελάτες τους ώστε να τους φωτογραφίσουν σε πολυσύχναστα μέρη, εκεί που οι άνθρωποι έκαναν την βόλτα τους ή διασκέδαζαν. Τους έβρισκες σε μεγάλες εθνικές γιορτές, σε παρελάσεις, σε πανηγύρια και σε άλλες εκδηλώσεις, κάθε εποχή του χρόνου. Η πρακτική των πλανόδιων φωτογράφων ήταν απλή τραβούσαν φωτογραφίες έπαιρναν μια προκαταβολή και μετά είτε οι πελάτες περνούσαν από το χώρο τους για να παραλάβουν τις φωτογραφίες τους ή οι ίδιοι οι φωτογράφοι τις διένειμαν στη βόλτα ή στα σπίτια των πελατών. Τα χρόνια πέρασαν και το μοναδικό σημάδι αυτών των φωτογράφων διασώθηκε στην πίσω πλευρά κάποιων φωτογραφιών… Συναντούμε το λογότυπο «ΦΩΤΟ – ΠΑΓΓΑΙΟΝ» του Σάββα Χατζησάββα, το «ΦΩΤΟ – ΛΟΥΚΑΣ» του Λουκά Κυρκόπουλου, το «ΦΩΤΟ – ΛΑΚΗΣ», ΤΟ «ΦΩΤΟ – Β. ΧΑΤΖΗΣΦΕΤΚΟΥ», του Βασίλη Χατζησφέτκου, το «ΦΩΤΟ – ΝΑΥΤΑΚΗ» και το «ΦΩΤΟ – ΓΚΙΣΔΑΒΙΔΗΣ».

Οι «καλαμποκιέρες» στο Παλαιοχώρι Παγγαίου!


Αυτή την περίοδο οι μηχανές …έπαιρναν φωτιά, ήταν άλλωστε η εποχή που τα καλαμπόκια από τη βάλτα έφταναν στο χωριό, στις «κλούβες», ως «κουμπάκες». Και μετά ερχόταν η ώρα της καλαμποκιέρας, αυτής της μηχανής που έβγαζε το καλαμπόκι από τα κοτσάνια και διευκόλυνε πολύ τους παραγωγούς. Έβαζαν τις κουμπάκες και έπαιρναν, καθαρό, το πολυπόθητο καλαμπόκι. Σήμερα οι καλαμποκιέρες είναι μια ανάμνηση που ελάχιστα ξεπροβάλει απ’ την αχλή της λήθης…

Ο μπαρμπα - Μανώλης...


 Αδρές μνήμες και χρώματα....

    "Διάφανη, λεπτή κρυστάλλινη ήταν η επιδερμίδα στο πρόσωπό του. Στολισμένη με μελανοκόκκινες σπασμένες μικρές φλεβίτσες. Μικροσκοπικά αιμάτινα ρυάκια. Περισσότερο τα προεξέχοντα μήλα στολισμένα ήταν, χαρίζοντας σ’ όλο το πρόσωπό του, ένα απαλό ροδοκόκκινο χρώμα. Σαν από ντροπή. Μύτη λεπτή και μάτια σκούρα καφετιά, γυαλιστερά σαν των πουλιών. Όμορφη όψη, γοητευτική. Πουκάμισο λευκό κουμπωμένο ως και το τελευταίο κουμπί, στριμώχνοντας και αναγκάζοντας την επιδερμίδα του λαιμού του να ξεχειλίζει. Γιλέκο σκούρο, και στο τσεπάκι του το ασημί ρολόι με την αλυσιδίτσα του να κρέμεται απ’ έξω. Σακάκι επίσης σκούρο με πολύ ψιλές δυσδιάκριτες χρωματιστές ρίγες. Παντελόνι μαύρο, τσόχινο, φαρδύ, με το υφασμάτινο ζωνάρι τυλιγμένο δυο τρεις φορές γύρω από τη μέση του. Απαραίτητη και η τραγιάσκα. Τον χειμώνα για το κρύο και το καλοκαίρι για τον ήλιο. Σκληρά και γερά μαύρα παπούτσια. Για το περπάτημα. Ατέλειωτο περπάτημα. Λόγω της δουλειάς του. Μόνιμο πηγαίο χαμόγελο και μια σπάνια ευγένεια και καλοσύνη τα επιπλέον στολίδια στο πρόσωπό του. Ωραία παρουσία, όμορφο πρόσωπο και με πολλές επιτυχίες στις γυναίκες. Καρδιοκατακτητής.

    Και η φωνή του, γλυκιά καμπάνα. Ως και έκθεση στη τρίτη Δημοτικού μια φορά είχε βάλει ο δάσκαλος, με θέμα: «Ο μπάρμπα Μανώλης, το αηδόνι του χωριού μας». Σε όλο το χωριό ακούγονταν. Κελαριστή, μελωδική, με μια γλυκιά ζεστή βραχνάδα απόλυτα ερωτική, ήταν η φωνή του. Καρδιοχτυπούσαν οι γυναίκες ακούγοντάς τον.

    Ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές σταμπόλια και καμπάδικες, λάχανα, πράσα, κουνουπίδια και ότι άλλο ζαρζαβατικό καλλιεργούσε στο χωράφι του.

    Όλα τα χωριά γυρνούσε ο μπάρμπα Μανώλης με το άλογό του στην αρχή και το γαϊδουράκι με το κάρο τα επόμενα χρόνια. Και αυτός ανεβασμένος πάνω όταν ήταν ισιάδα, ποδαράτα δίπλα στο ζωντανό κρατώντας το καπίστρι όταν ο δρόμος ήταν ανηφορικός. Και είχε μπόλικες ανηφόρες στα χωριά μας, χτισμένα τα πιο πολλά στους πρόποδες του βουνού τού Ορφέα, του όμορφου κατάφυτου και δροσερού Παγγαίου. Από τα χαράματα ξεκινούσε η μέρα του. Μάζευε τα ζαρζαβατικά τής εποχής, τα αράδιαζε όμορφα στα ξύλινα κασάκια, τα φόρτωνε στο κάρο, έζευε το ζωντανό και ξεκινούσε παίρνοντας τον δημόσιο δρόμο, ενόσω ακόμα ο Αυγερινός δήλωνε με την παρουσία του το τελείωμα της νύχτας και το ξεκίνημα της μέρας. Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή δυτικά, Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο ανατολικά. Όταν η κατεύθυνσή του ήταν προς τα δυτικά περνούσε πρώτα από ένα χωριό χαμηλά στον κάμπο και μετά από μια ισιάδα δύο περίπου χιλιομέτρων, έπαιρνε τον δύσκολο ανηφορικό δρόμο για το δικό μου χωριό. Από τα πρώτα ακόμα σπίτια της Δρυάδας χαμηλά στην είσοδο του χωριού ακούγονταν. Από κει έφτανε η φωνή του στα τελευταία σπίτια, ψηλά, στις καστανιές. (…).

    Γενιές μεγάλωσαν μαζί του. Και πέρασαν κι άλλα χρόνια κι ήρθαν τα αυτοκίνητα με τα σκληρόφωνα μεγάφωνα, χάθηκε ο Μπάρμπα Μανώλης, έλειψε η φωνή του, έφυγαν και “έφυγαν” οι άνθρωποι. Άλλοι σε ξένα μέρη πήγαν και άλλοι ψηλά ταξίδεψαν. Πολλά σπίτια έκλεισαν και ερήμωσαν οι γειτονιές. Χρόνια και χρόνια πέρασαν, σαν μια στιγμή να ήταν, ούτε καν μιας ανάσας χρόνος (…)".

(Απόσπασμα διηγήματος του Άγγελου Τσανάκα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωϊνή», στις 25 Μαρτίου 2018)